Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υετός
1 item total
υετός ο [ietós] Ο17 : (μετεωρ.) το νερό που πέφτει συνολικά ως βροχή, χαλάζι ή χιόνι.

[λόγ. < αρχ. ὑετός `βροχή΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go