Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υαλο
16 items total [1 - 10]
υαλο- [ialo] & υαλό- [ialó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & υαλ- [ial], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : το ουσ. ύαλος ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά: 1. στο γυαλί: ~βάμβακας, ~γραφία, υαλουργία, υαλουργός, ~πωλείο. 2. στο τζάμι: υαλόφρακτος. || ~καθαριστήρας.

[λόγ. < ελνστ. ὑαλ(ο)- θ. του αρχ. ουσ. ὕαλο(ς) ἡ ως α' συνθ.: ελνστ. ὑαλο-ειδής, ὑαλ-ουργός & γαλλ. hyalo- < ελνστ. ὑαλο-: υαλο-γραφία < γαλλ. hyalographie]

υαλοβάμβακας ο [ialovámvakas] Ο5 : μάζα από πολύ λεπτές ίνες γυαλιού, που εξωτερικά μοιάζει με βαμβάκι και που χρησιμοποιείται σε θερμικές και ηχητικές μονώσεις.

[λόγ. υαλο- + βάμβαξ > βάμβακας μτφρδ. αγγλ. fibreglass]

υαλογράφημα το [ialoγráfima] Ο49 : επιφάνεια η οποία σχηματίζεται από κομμάτια χρωματιστό γυαλί, που έχουν κοπεί σύμφωνα με ένα αρχικό σχέδιο, έτσι ώστε να σχηματίζουν διακοσμητικά σχήματα ή παραστάσεις· βιτρό.

[λόγ. υαλο(γραφία) -γράφημα]

υαλογραφία η [ialoγrafía] Ο25 : η τέχνη της σύνθεσης υαλογραφημάτων.

[λόγ. < γαλλ. hyalographie < hyalo- = υαλο- + -graphie = -γραφία]

υαλογράφος ο [ialoγráfos] Ο18 θηλ. υαλογράφος [ialoγráfos] Ο35 στη σημ. I : I. τεχνίτης που κατασκευάζει υαλογραφήματα. II. όργανο που χρησιμοποιείται στην υαλογραφία.

[λόγ.: II: γαλλ. hyalographe < hyalo- = υαλο- + -graphe = -γράφος· I: υαλο(γραφία) -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

υαλοειδής -ής -ές [ialoiδís] Ε10 : 1. που μοιάζει με γυαλί: ~ μάζα. 2. (ανατ.) Yαλοειδές σώμα / υγρό, που υπάρχει ανάμεσα στον κρυσταλλοειδή φακό και στην εσωτερική επιφάνεια του αμφιβληστροειδούς χιτώνα του οφθαλμού.

[λόγ. < ελνστ. ὑαλοειδής]

υαλοκαθαριστήρας ο [ialokaθaristíras] Ο2 : καθένας από τους δύο βραχίονες που αποτελούν τον αυτόματο μηχανισμό για τον καθαρισμό του παρμπρίζ του αυτοκινήτου: Xάλασαν οι υαλοκαθαριστήρες και δεν μπο ρώ να ταξιδέψω με τη βροχή.

[λόγ. υαλο- + καθαρισ(τήρ) -τήρας μτφρδ. γαλλ. essuie-glace]

υαλοπίνακας ο [ialopínakas] Ο5 : (λόγ.) τζάμι.

[λόγ. υαλο- + πίναξ > πίνακας μτφρδ. αγγλ. glass pane]

υαλοπωλείο το [ialopolío] Ο39 : κατάστημα όπου πουλούν γυαλικά. ΦΡ ταύρος* σε ~.

[λόγ. υαλο- + -πωλείον]

υαλοπώλης ο [ialopólis] Ο10 θηλ. υαλοπώλισσα [ialopólisa] Ο27 : ιδιοκτήτης υαλοπωλείου.

[λόγ. υαλο- + -πώλης· λόγ. υαλοπώλ(ης) -ισσα]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go