Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: τουρκ.
905 items total [1 - 10]
-άρω [áro] -ομαι : I.επίθημα ρημάτων παράγωγων συνήθ. από λέξεις ξενικής προέλευσης· δηλώνει ότι το υποκείμενο του ρήματος συνήθ. εκτελεί την ενέργεια που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη (κάποτε και σε αμετάβατη χρήση: φρακάρω)· (πρβ. -έρνω). α. παραγωγή από ξένη λέξη προσαρμοσμένη ή μη στο κλιτικό σύστημα της νέας ελληνικής: (αμπαλάζ) αμπαλάρω, (καμουφλάζ) καμουφλάρω, (κόπια) κοπιάρω, (μακιγιάζ) μακιγιάρω, (ντεμπούτο) ντεμπουτάρω, (πακέτο) πακετάρω, (ρεκλάμα) ρεκλαμάρω, (ρομάντζο) ρομαντζάρω, (αγκαζέ) αγκαζάρω, (γιούχα) γιουχάρω, (μπιζ) μπιζάρω. β. παραγωγή από ελληνική λέξη: (κριτική) κριτικάρω. II. επίθημα για την απόδοση ξένων ρημάτων: λανσάρω, λιντσάρω, φρικάρω.

[ιταλ. κατάλ. απαρέμφ. -ar(e) με βάση ζευγάρια συγγ. λ.: κόπι-α - κοπι-άρω < ιταλ. copia - copiare, με επέκτ. ιδ. σε γαλλ. δάνεια για προσαρμογή στο μορφολ. σύστημα της ελλην.: αμπαλ-άρω < ιταλ. abballare - αμπαλάζ < γαλλ. emballage, μακιγιάζ - μακιγι-άρω < γαλλ. maquillage - maquiller, μπιζ < γαλλ. biz - μπιζ-άρω, και επέκτ. σε δάνεια από άλλες γλ.: γιούχα < τουρκ. yuha - γιουχ-άρω]

-ες [es] & -ές [és] : κατάληξη ανισοσύλλαβων αρσενικών ουσιαστικών, συνήθ. για την προσαρμογή ξένων λέξεων στο κλιτικό σύστημα της νέας ελληνικής: κόντες· καφές, μενεξές, πουρές.

[από τουρκ., ιταλ. ή γαλλ. λ. σε -e με προσθήκη του για μορφολ. προσαρμ. στο σύστημα της δημοτ.: κεφτ-ές < τουρκ. köfte, μιναρ-ές < τουρκ. minare, κόντ-ες < ιταλ. conte, πουρ-ές < γαλλ. purée (δες λ.)]

-ής -ιά -ί [ís] & (άκλ.) 4 [í] : επίθημα για το σχηματισμό επιθέτων παράγωγων από ουσιαστικά. α. δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο έχει το χαρακτηριστικό χρώμα της πρωτότυπης λέξης: (βύσσινο) βυσσινής, (βιολέτα) βιολετής, (κανέλα) κανελής, (λεμόνι) λεμονής, (μενεξές) μενεξεδής. β. συνήθ. σχηματίζεται και άκλιτος τύπος σε -ί: Mια βυσσινί μπλούζα.

[-ής: τουρκ. επίθημα -i (-ι, -u, -ü) που παράγει επίθ. από ουσ., ανάμεσα σ΄ αυτά και επίθ. δηλωτικά χρώματος: fιstιk > fιstιkî > ελλην. φιστικί (< φιστίκι), limon > limonî > ελλην. λεμονί ( [i > e] κατά το λεμόνι), και δημιουργία νέου κλιτ. παραδείγματος με βάση το ουδ.· -ί: κατά τα ατελώς προσαρμοσμένα δάνεια]

2 : επίθημα για το σχηματισμό του ουδέτερου γένους επιθέτων σε -ής -ιά -ί: (λεμονής) λεμονί, (σταχτής) σταχτί.

[τουρκ. επίθημα -i (δες -ής -ιά -ί)]

-ίκι 1ki] : επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει, συχνά μειωτικά, το επάγγελμα, την ιδιότητα ή την ασχολία που έχουν σχέση με το σημαινόμενο από την πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ιλίκι): (δάσκαλος) δασκαλίκι, (υπάλληλος) υπαλληλίκι. || (αλκοόλ) αλκοολίκι, (θεριακλής) θεριακλίκι.

[τουρκ. -lik (δες στο -ιλίκι), σε τουρκ. λ. με θ. σε [l], δηλ. διπλό [ll] που στα ελλην. γίνεται μονό: τουρκ. hamallιk > χαμαλ-ίκι (χαμάλ-ης) και επέκτ. σε άλλες λ. με θ. σε [l] : δασκαλ-ίκι (< δάσκαλ-ος)]

-ιλίκι [ilíki] & -λίκι [líki] : επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει συχνά μειωτικά το επάγγελμα, την ασχολία ή την ιδιότητα που έχουν σχέση με το σημαινόμενο από την πρωτότυπη λέξη· (πρβ. -ίκι 1): (βουλευτής) βουλευτιλίκι, (δικηγόρος) δικηγοριλίκι, (καθηγητής) καθηγητιλίκι, (υπουργός) υπουργιλίκι, (μασκαράς) μασκαραλίκι.

[τουρκ. -lik : μασκαρα-λίκι < τουρκ. maskaralιk, ιδίως σε λ. τουρκ. προέλ. με θέμα σε [i] : νταη-λίκι < dayιlιk, μπεκρ-ιλίκι < bekrilik, με επέκτ. σε λ. χωρίς θέμα σε [i] : καραγκιοζ-(ι)λίκι < karagözlük, ζορ-ιλίκι < zorluk και τελικά σε λ. όχι τουρκ. προέλ.: υπουργ-ιλίκι (< υπουργ-ός)]

-λής [lís] & -αλής [alís] θηλ. -λού [lú] & -αλού [alú] : επίθημα για το σχηματισμό ουσιαστικών· δηλώνει το πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από τη συμπεριφορά ή την ιδιότητα που υποδηλώνει η πρωτότυπη λέξη: (κατουρώ) κατουρλής και κατουρλού· (γούρι) γουρλής και γουρλού· (μουστάκι) μουστακαλής.

[τουρκ. κτητ. επίθημα -li, -lι -ς: meraklι > μερακ-λής· επέκτ. του -λής με βάση την προσθήκη στα τουρκ. του -lι σε λ. που τελειώνουν σε -a: para > para-lι > παρα-λής > παρ-αλής· -λ(ής), -αλ(ής) -ού]

-τζής [dzís] θηλ. -τζού [dzú] & -τσής [tsís] θηλ. -τσού [tsú], ύστερα από άηχο σύμφωνο (βλ. σημ. 2) & -ατζής [adzís] θηλ. -ατζού [adzú] & -ιτζής [idzís] θηλ. -ιτζού [idzú] : 1. επίθημα επαγγελματικών ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά· δηλώνει το πρόσωπο που το επάγγελμά του είναι σχετικό με ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη, που φτιάχνει, επιδιορθώνει ή πουλάει αυτό που φανερώνει η πρωτότυπη λέξη: (καφές) καφετζής, (κουλούρι) κουλουρτζής, (μπετά) μπετατζής, (προπό) προποτζής, (σοβάς) σοβατζής, (φορτηγό) φορτηγατζής, (ψιλικά) ψιλικατζής και ψιλικατζού· (ασπρίζω) ασπριτζής. || (βιολί) βιολιτζής, (λατέρνα) λατερνατζής· συνήθ. τα παράγωγα που σχηματίζει είναι εύχρηστα στο προφορι κό, οικείο ή λαϊκότροπο επίπεδο λόγου, συχνά μάλιστα χωρίς να υπάρχουν ανάλογα του κοινού ή επίσημου λόγου: ταξιτζής, φορτηγατζής, οδηγός ταξί, φορτηγού. 2. επίθημα ουσιαστικών που δηλώνουν τον οπαδό κόμματος ή αθλητικής ομάδας: (ΠAΣΟK) πασοκτσής, (ΠAΟK) παοκτσής, (AΕK) αεκτζής και αεκτσής.

[-τζής, -τσής: τουρκ. επαγγελμ. -ci, -cι, -cü, -çi, -çι, -ici κτλ.: καφε-τζής < kahveci, μπογια-τζής < boyacι και επέκτ. σε λ. όχι τουρκ. προέλευσης: κουλουρ-τζής, γκολ-τζής· -ατζής: < -τζής με προσθήκη του τελικού φων. λέξεων με θέμα σε -α: χαλβα-τζής (< τουρκ. halvacι) > νέα ανάλυση χαλβ-ατζής, επειδή η παραγωγή στα ελλην. στηρί ζεται στο θέμα και όχι σε ολόκληρη τη λ.· -ιτζής: < -τζής με προσθήκη του τελικού φων. λέξεων με θέμα σε -ι: βιολ-ι-τζής· -τζ(ής), -ατζ(ής), -ιτζ(ής) -ού]

-τζής -τζού -τζίδικο [dzís] & -ατζής -ατζού -ατζίδικο [adzís] : επίθημα ανισοσύλλαβων ονομάτων παράγωγων συνήθ. από ουσιαστικά· μέσα στην πρόταση τα ονόματα αυτά λειτουργούν συνηθέστερα ως κατηγορούμενα και λιγότερο ως επιθετικοί προσδιορισμοί και δηλώνουν το πρόσωπο (άντρα, γυναίκα, παιδί ή γενικά έμψυχο ουδέτερου γένους) που χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία που συνεπάγεται η πρωτότυπη λέξη, που του αρέσει, που αγαπά αυτό που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: (γκά φα) γκαφατζής -ού -ίδικο, (καβγάς) καβγατζής -ού -ίδικο, (γλυκό) γλυκατζής -ού -ίδικο, (φασαρία) φασαριατζής -ού -ίδικο, (φιγούρα) φιγουρατζής -ού -ίδικο, (πλάκα) πλακατζής -ού -ίδικο, (καταφέρνω) καταφερτζής -ού -ίδικο, (τζάμπα) τζαμπατζής -ού -ίδικο.

[< -τζής, -ατζής (ουσ.) και κατευθείαν < τουρκ. -ci κτλ.: καβγ-α-τζής < kavgacι]

αβτζής ο [avdzís] Ο8 : (παρωχ., λαϊκότρ.) κυνηγός, καλός σκοπευτής.

[τουρκ. avcι ]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...91   Next >
Go to page:Go