Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: τεκές
1 item total
τεκές ο [tekés] Ο13 : 1. μουσουλμανικό μοναστήρι: Aπό μακριά ξεχώριζε ο τρούλος του τεκέ. 2. καταγώγιο όπου συχνάζουν χασισοπότες. || (επέκτ.) χώρος γεμάτος από καπνούς τσιγάρων: Tεκέ το κάνατε εδώ μέσα;

[τουρκ. tekke (από τα αραβ.) ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go