Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συντήρηση
1 item total
συντήρηση η [sindírisi] Ο33 : I1α.διατήρηση ενός πράγματος σε καλή κατάσταση με συνεχή έλεγχο, με εφαρμογή προστατευτικών μεθόδων και με επισκευή, όταν και όπου είναι αναγκαία: Kαλή / κακή ~. Οι δρόμοι / οι μηχανές χρειάζονται τακτική συντήρηση. || (ειδικότ., για μνημεία ή έργα τέχνης) επισκευή με αποκατάσταση των φθορών και των ζημιών που έχει επιφέρει ο χρόνος: H προστασία και η ~ των αρχαίων μνημείων. || (ειδικότ., για τρόφιμα) προστασία από την αλλοίωση για σχετικά μεγά λο χρονικό διάστημα, με διάφορες μεθόδους, όπως π.χ. με κατάψυξη, με κονσερβοποίηση, με προσθήκη χημικών ουσιών, με αφυδάτωση κτλ. β. το κύριο τμήμα του ψυγείου, όπου συντηρούνται τα τρόφιμα, σε αντιδιαστο λή προς την κατάψυξη. 2α. η διατήρηση στη ζωή: Ο άνθρωπος αγωνίζεται για να εξασφαλίσει τα μέσα για τη συντήρησή του. || τα μέσα για τη διατήρηση στη ζωή: Έξοδα συντηρήσεως, το κατώτατο ποσό αμοιβής ή αγαθών που χρειάζεται κάποιος για να ζήσει. β. για μεσήλικες ή ηλικιωμένους, η διατήρηση της υγείας και η επιβράδυνση του ρυθμού φθοράς. II. ιδέες ή θεσμοί που στηρίζουν την παράδοση, και συνήθ. μειωτικά, που είναι αντίθετοι προς κάθε κοινωνική μεταρρύθμιση, εξέλιξη και πρόοδο: Εχθρός της συντήρησης και οπαδός της επανάστασης. || τα πρόσωπα που είναι φορείς ή οπαδοί της συντήρησης: H φαναριώτικη ~, οι Φαναριώτες.

[λόγ.: I1: ελνστ. συντήρη(σις) `διατήρηση΄ -ση & σημδ. γαλλ. conservation, γαλλ. & αγγλ. maintenance· I2: ελνστ. σημ.· ΙΙ: σημδ. γαλλ. conservatisme]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go