Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συνιστώ
4 items total [1 - 4]
συνιστώ 1 [sinistó] Ρ10.1α -ώμαι Ρ11 αόρ. σύστησα και συνέστησα, απαρέμφ. συστήσει, παθ. αόρ. συστάθηκα και συστήθηκα, απαρέμφ. συσταθεί και συστηθεί : συγκροτώ, ιδρύω· συστήνω 2: Θα συσταθεί επιτροπή. Συστήθηκε εταιρεία.

[λόγ. < συνιστώ 2 σημδ. γαλλ. constituer]

συνιστώ 2, -ώμαι Ρ μππ. συστημένος* : 1.συστήνω12. α. συμβουλεύω κπ. ή του υποδεικνύω τι πρέπει να κάνει: Σου ~ να συμβουλευτείς ένα δικηγόρο. Συνιστάται στους πολίτες να περιορίσουν την κατανάλωση του νερού. Ο γιατρός μού συνέστησε αυστηρή δίαιτα. β1. (για πργ.) συμβουλεύω κπ. να χρησιμοποιήσει κτ.: Θα σου συστήσω μερικά καλά βιβλία. β2. (για πρόσ.) θεωρώ κπ. κατάλληλο να αναλάβει κάποιο έργο και συμβουλεύω να τον χρησιμοποιήσουν: Θα σου συστήσω έναν πολύ καλό δικηγόρο / τεχνίτη. || (έκφρ.) κτ. συνιστά κπ., δημιουργεί θετικές εντυπώσεις για κπ.: Δε σε συνιστά καθόλου αυτό που έκανες / που είπες. 2. συστήνω11.

[λόγ. < αρχ. συνιστῶ, συνίστημι]

συνιστώ 3 παθ. συνίσταμαι [sinístame] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ., κυρ. στο γ' πρόσ.) : (λόγ.) 1. είναι, αποτελεί: H πλαστογραφία συνιστά ποινικό αδίκημα. 2. (παθ.) α. αποτελείται: Tο νερό συνίσταται από υδρογόνο και οξυγόνο. β. έγκειται: Ο ρόλος του δασκάλου συνίσταται στη δημιουργία ολοκληρωμένων χαρακτήρων. Σε τι συνίστανται οι αντιρρήσεις σου;

[λόγ. < συνιστώ 2 σημδ. γαλλ. constituer, consister]

συνιστώσα η [sinistósa] Ο25 : 1.(μηχ.) καθεμιά από τις δύο ή περισσότερες δυνάμεις που μπορούν να αντικατασταθούν από μία μόνη, τη συνισταμένη. 2. (μτφ.) καθένας από τους συντελεστές που συνθέτουν ένα σύνθετο φαινόμενο: H έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού είναι μία από τις συνιστώσες της καθυστέρησης στον κλάδο της βιομηχανίας.

[λόγ. μεε. < αρχ. συνιστῶ μτφρδ. γαλλ. composante]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go