Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: συνδαιτυμόνας
1 εγγραφή
συνδαιτυμόνας ο [sinδetimónas] Ο2 : αυτός που τρώει στο ίδιο τραπέζι με άλλους, κυρίως όταν αναφερόμαστε σε επίσημο γεύμα.

[λόγ. συν- αρχ. δαιτυμών, αιτ. -όνα `καλεσμένος σε γεύμα, ομοτράπεζος΄ μτφρδ. γαλλ. commensal]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες