Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συμπεριφορά
1 item total
συμπεριφορά η [simberiforá] Ο24 : 1α.(ψυχ.) σύνολο ενεργειών ή εκδηλώσεων με τις οποίες ένα άτομο αντιδρά στα ερεθίσματα που προέρχονται από το κοινωνικό περιβάλλον του: H ~ του παιδιού / του ενήλικα. Θεωρία της συμπεριφοράς, που στηρίζεται στην παρατήρηση, στη μελέτη και στην περιγραφή της συμπεριφοράς του ανθρώπου· μπιχαβιορισμός. Παρορμητική / αποκλίνουσα ~. || Οδική ~, του οδηγού ή του οχήματος. || (για ζώο) ενστικτώδης αντίδραση. β. ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί ένα άτομο, από την άποψη της τήρησης ή όχι των κανόνων που επιβάλλει η ευγένεια, στις κοινωνικές σχέσεις του: H ~ του ήταν καλή / κακή / άψογη / υποδειγματική / αχαρακτήριστη. Ο μαθητής δεν έδειξε καλή ~, διαγωγή. ~ είναι αυτή! || καλή συμπεριφορά, καλοί τρόποι: Δεν έχει ~. 2. τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ένας μηχανισμός ή υφίσταται μεταβολές ένα υλικό κάτω από την επίδραση εξωτερικών παραγόντων: H ~ του αυτοκινήτου στους βρεγμένους δρόμους. H ~ των κτιρίων σε περίπτωση σεισμού.

[λόγ.: 1β, 2: ελνστ. συμπεριφορά `σχέση με κπ.΄ κατά την αλλ. της σημ. της λ. συμπεριφέρομαι σημδ. γαλλ. comportement· 1α: σημδ. αγγλ. behaviorism]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go