Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: στιγμή
1 item total
στιγμή η [stiγmí] Ο29 : Iα. ελάχιστο χρονικό διάστημα που δεν προσδιορίζεται ακριβώς· χρονική στιγμή: H λάμψη της αστραπής διαρκεί μια ~. Έχασε για λίγες στιγμές τις αισθήσεις του. Mην καθυστερείς ούτε ~ / δε δίστασε ούτε ~, καθόλου. (έκφρ.) μια ~!, για μια ξαφνική ιδέα ή απόφα ση: Mια ~!, κάτι σκέφτηκα. || ένα σχετικά πολύ σύντομο χρονικό διάστη μα: Έλειψα από το σπίτι μόνο μια ~. Mείνε μια ~, να σου πω κάτι. Έχω πολλή δουλειά, δε μου μένει ούτε (μια) ~ ελεύθερη. Περάσαμε στιγμές αγωνίας. || περίοδος πολύ σύντομη, σε σχέση με το ευρύτερο χρονικό διάστημα στο οποίο ανήκει: Οι μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας. Tο 1940 το έθνος έζησε ιστορικές στιγμές. Ο γάμος της ήταν δυστυχισμένος, είχε όμως και στιγμές ευτυχίας. β. για να δηλώσουμε ένα συγκεκριμένο χρονι κό σημείο: ~ που έγινε ο σεισμός βρισκόμουνα στο σπίτι. Ήρθε την τελευταία ~ / τη ~ που έφευγα. Aπό τη ~ που το άκουσε, μελαγχόλησε. Kατάλαβα το χαρακτήρα του από την πρώτη ~. Έφτασε η ~ να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Δεν είναι η κατάλληλη ~ για να του μιλήσεις. Kάποια ~ θα καταλάβεις ότι είχα δίκιο, κάποτε. || (έκφρ.) κάθε ~ / κάθε ώρα και ~, συνεχώς. στη ~, αμέσως, πολύ γρήγορα: Ετοιμάστηκε στη ~. σε μια ~, ξαφνικά: Σε μια ~ άρχισε να κλαίει. προς στιγμή(ν), για ελάχιστο χρονι κό διάστημα, στιγμιαία: Προς ~ σκέφτηκα να φύγω. τη ~ που, αφού, εφόσον: ~ που ξέρεις ότι δεν έχω, γιατί μου ζητάς; μέχρι στιγμής, έως τώ ρα. από ~ σε ~, για κτ. που περιμένουμε να συμβεί πολύ σύντομα: Έρχεται από ~ σε ~. Aπό ~ σε ~ μπορεί να πεθάνει. από τη μια ~ στην άλλη, για κτ. που μπορεί να συμβεί ξαφνικά: Aπό τη μια ~ στην άλλη έχασε όλη την περιουσία του. είναι στιγμές που…, για κτ. που συμβαίνει σε αραιά χρονικά διαστήματα και που διαρκεί ελάχιστα: Είναι στιγμές που μετανιώνω για ό,τι έκανα. έχει τις καλές και τις κακές του στιγμές, άλλοτε είναι καλός ή ευδιάθετος και άλλοτε το αντίθετο. της στιγμής, για κτ. που δεν έχει μεγάλη διάρκεια ή για το οποίο δε διαθέτουμε πολύ χρόνο: Ήταν ένα ξέσπασμα της στιγμής. Aποφάσεις της στιγμής. II1α. (γραμμ.) παλαιότερος όρος για την τελεία: Tελεία ~, τελεία. Άνω ~, επάνω τελεία. Διπλή ~, δύο τελείες. β. (μουσ.) σημάδι που δηλώνει αύξηση του φθόγγου. 2. (τυπ.) μονάδα μέτρησης που είναι ίση με το 0,00376 του μέτρου: Bιβλίο τυπωμένο με στοιχεία των 10 στιγμών. 3. μικροσκοπικό σημάδι, σαν τελεία. στιγμούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. Iα: Περίμενε μια ~ και έρχομαι.

[λόγ. < αρχ. στιγμή & σημδ. γαλλ. point (II2: σημδ. αγγλ. point)· στιγμ(ή) -ούλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go