Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: στέμμα
1 item total
στέμμα το [stéma] Ο48 : 1α. κόσμημα κυκλικού σχήματος που σε επίσημες περιστάσεις φορούν στο κεφάλι ορισμένοι μονάρχες ως ενδεικτικό της εξουσίας τους: Ένα χρυσό ~ στολισμένο με διαμάντια και μαργαριτάρια. Bασιλικό / αυτοκρατορικό ~. Φοράει κάποιος το ~, ανακηρύσσεται μονάρχης. || (επέκτ., ως ενδεικτικό διακρίσεων): Tο ~ των καλλιστείων. β. η μοναρχία και ιδίως το σχετικό αξίωμα· θρόνος: Tο ~ της Aγγλίας / της Ολλανδίας. Οπαδός / κληρονόμος / διεκδικητής του στέμματος. Συμβούλιο του στέμματος. Kοσμήματα του στέμματος, πολύτιμα αντικείμενα, ιδίως εμβλήματα, που χρησιμοποιούνται σε επίσημες εμφανίσεις του μονάρχη. γ. παράσταση (ζωγραφική, ανάγλυφη κτλ.) στέμματος: Εθνόσημο με το σταυρό κι ένα ~. Στη συγκέντρωση των βασιλοφρόνων εμφανίστηκαν ελληνικές σημαίες με το ~ στο κέντρο του σταυρού. 2. (αστρον.) το εξωτερικό τμήμα της ατμόσφαιρας του ήλιου το οποίο είναι ορατό κυρίως στις ολικές εκλείψεις ηλίου. 3. (φιλολ.) γραφική παράσταση που δείχνει τα σωζόμενα χειρόγραφα ενός αρχαίου κειμένου και τις μεταξύ τους σχέσεις.

[λόγ. < αρχ. στέμμα `στεφάνι΄, σημδ.: 1: γαλλ. couronne· 2: γαλλ. couronne· 3: νλατ. stemma < λατ. stemma `γενεαλογικό δέντρο΄ (από τα στεφανωμένα αγάλματα των προγόνων) < αρχ. στέμμα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go