Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σκελετός
1 εγγραφή
σκελετός ο [skeletós] Ο17 : 1α. το σύνολο των οστών που αποτελούν το σύστημα στήριξης του σώματος του ανθρώπου και των σπονδυλωτών ζώων. || αποφορτισμένος συναισθηματικά χαρακτηρισμός οστών διατηρημένων στην κανονική θέση που είχαν στο ζωντανό σώμα: Στην ανασκαφή βρέθηκαν δύο σκελετοί. β. σε ορισμένους μη σπονδυλωτούς οργανισμούς το σύστημα στήριξης των μαλακών μορίων του σώματος: Ο ~ του σπόγγου / του κοραλλιού. γ. (μτφ.) ως χαρακτηρισμός εξαιρετικά αδύνατου ανθρώπου: ~ έγινε από την πείνα. 2. (μτφ.) α. το τμήμα στήριξης μιας κατασκευής, ο φέρων οργανισμός: Ο ~ του πλοίου. Ο ~ του κτιρίου / της οικοδομής. || Ο ~ των γυαλιών. Φορούσε γυαλιά με χρυσό σκελετό. β. το σύνολο των βασικών σημείων ενός έργου: Ο ~ του μυθιστορήματος.

[λόγ. < ελνστ. σκελετός, αρχ. σημ. `ξεραμένο σώμα΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες