Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ρήγμα
1 item total
ρήγμα το [ríγma] Ο48 : 1.η διακοπή της συνέχειας μιας επιφάνειας, η οποία έχει προκληθεί από βίαιη δύναμη, ενέργεια ή φαινόμενο· ρωγμή· (πρβ. ράγισμα, χάσμα). || (γεωλ.) διακοπή της συνέχειας του στερεού φλοιού της γης: Οριζόντιο / κατακόρυφο / κεκλιμένο ~. Ο σεισμός προκάλεσε ~ εδάφους σε μήκος δέκα χιλιομέτρων και βάθος τριάντα μέτρων. 2. (μτφ.) α. σοβαρή και εκτεταμένη διάσπαση της συνέχειας ή της ενότητας ενός συνόλου: H επίθεση του εχθρού προκάλεσε ~ στο βόρειο μέτωπο, διέσπασε τη γραμμή μετώπου. β. μεγάλη και οξύτατη διάσταση απόψεων, σχέσεων κτλ.: ~ στις ως τώρα καλές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

[λόγ.: 1: αρχ. ῥῆγμα· 2: σημδ. γαλλ. rupture]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go