Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πυρήνας
1 item total
πυρήνας ο [pirínas] Ο2 : 1α. (βοτ.) το σκληρό εσωτερικό τμήμα ορισμένων καρπών, μέσα στο οποίο υπάρχει το σπέρμα· (πρβ. κουκούτσι): Ο ~ του ροδάκινου / δαμάσκηνου. Ο ~ της ελιάς, ελαιοπυρήνας. β. (βιολ.) το κεντρικό, συνήθ. σφαιρικό, τμήμα του κυττάρου: Tο κύτταρο αποτελείται από το πρωτόπλασμα και τον πυρήνα. γ. (ανατ.) μάζα φαιάς ουσίας μέσα στη λευκή ουσία του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού. δ. (φυσ.) το κεντρικό και βασικό τμήμα της μάζας του ατόμου, το οποίο αποτελείται από πρωτόνια και νετρόνια: Γύρω από τον πυρήνα (του ατόμου) κινούνται τα ηλεκτρόνια. ε. (γεωλ.) το τμήμα γύρω από το κέντρο της γης. στ. (αστρον.) κέντρο ενός αστέρα ή ενός γαλαξία: Ο ~ του ήλιου / του γαλα ξία. 2. (μτφ.) το αρχικό στοιχείο, εκείνο με βάση το οποίο δημιουργείται κτ. άλλο ευρύτερο: Ο ~ ενός προβλήματος / μιας επιστήμης. Ο ~ της πολιτικής ενός κόμματος. Tο ρήμα είναι ~ της πρότασης. 3. (μτφ.) ομάδα προσώπων στα πλαίσια ευρύτερου συνόλου, η οποία: α. χαρακτηρίζεται από στενότερη οργανωτική σχέση και ασκεί ηγετικό ρόλο: Ο ~ των συνω μοτών / των πραξικοπηματιών. Ο σκληρός ~ του κόμματος / της οργάνω σης, οι σκληροπυρηνικοί. β. αποτελεί τη μικρότερη οργανωτική του υποδιαίρεση: Πυρήνες αναρχικών στο στρατό και στην αστυνομία. Kομμουνιστικός ~.

[λόγ. < αρχ. πυρήν, αιτ. -ῆνα `κουκούτσι΄ σημδ. γαλλ. nucleus]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go