Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πρόπερσι
1 item total
πρόπερσι [própersi] & προπέρυσι [propérisi] & προπέρσι [propérsi] επίρρ. : κατά το έτος πριν από αυτό που προηγήθηκε, πριν από δυο χρόνια: Tο χτίσιμο του σπιτιού άρχισε ~ και τελείωσε φέτος.

[μσν. πρόπερσι < αρχ. προπέρυσι με συγκ. του άτ. [i] και τον. κατά τα σύνθ.· λόγ. < αρχ. προπέρυσι· μσν. *προπέρσι < αρχ. προπέρυσι με συγκ. του άτ. [i] ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go