Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προσοχή
1 item total
προσοχή η [prosoxí] Ο29α : 1α. (και ψυχ.) στροφή του νου σε ένα ερέθισμα (διανόημα, εντυπώσεις κτλ.): Iδιότητες της προσοχής είναι η ένταση, η έκταση, η διάρκεια και η κίνηση. Συγκεντρώνω την ~ μου στη μελέτη του βιβλίου. Παρακολουθώ με τεταμένη (την) ~ τον ομιλητή. Οι θόρυβοι αποσπούν την ~ μου. H ~ μου διασπάται εύκολα. Tα δυνατά χρώμα τα κινούν / τραβούν την ~ του παιδιού. || (επιφωνηματικά, ως προτροπή για να προσέξουμε κτ.): ~, θα σας ανακοινώσω τα αποτελέσματα. Δε δόθηκε η δέουσα ~, η αναγκαία, η απαραίτητη. Οι ενέργειες έγιναν με τη δέουσα ~. (λόγ. έκφρ.) μετά προσοχής, προσεκτικά. β. (ειδικότ.) β1. προσπάθεια να αποφύγουμε κπ. κίνδυνο. ANT απροσεξία: Bαδίζει με πολλή ~, για να μην πέσει. Xρειάζεται μεγάλη ~, όταν οδηγείς σε παγωμένο δρόμο. Σου εφιστώ την ~ στις δυσκολίες που θα αντιμετωπίσεις. || (ελλειπτικά): ~ στα κρυολογήματα / στις παρέες σου / μην πέσεις. || (επιφωνηματικά, ως προειδοποίηση): ~! / ~ κίνδυνος! β2. επιμέλεια, φροντί δα: Mεγάλωσε τα παιδιά της με πολλή ~. Έπιπλα δουλεμένα με ~. β3. περίσκεψη, σύνεση: Xρειάζεται ~, όταν αγοράζεις μετοχές. Tου μίλησα με πολ λή ~, για να μην τον στενοχωρήσω. β4. ενδιαφέρον: Προσπαθούν να στρέψουν την ~ του κόσμου σε δευτερεύοντα προβλήματα και να την αποσπάσουν από τα φλέγοντα ζητήματα. Δε δίνω ~ σε ό,τι λέει, σημασία. 2. στάση προσοχής, με ακίνητο το σώμα σε όρθια θέση, με ενωμένα τα πόδια και με τα χέρια ίσια προς τα κάτω, να εφάπτονται στο σώμα: Στέκομαι ~, σε στάση προσοχής, και ως έκφραση, για εκδήλωση σεβασμού και υπακοής μπροστά σε κπ.: Όταν έβλεπαν τον πατέρα / το δάσκαλο, όλοι στέκονταν ~. || (στρατ., γυμν.) παράγγελμα για να σταθεί κάποιος σε στάση προσοχής, σε αντιδιαστολή προς την ανάπαυση και την ημιανάπαυση.

[λόγ.: 1: αρχ. προσοχή· 2: σημδ. αγγλ. attention]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go