Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πραγματικότητα
1 εγγραφή
πραγματικότητα η [praγmatikótita] Ο28 : η περιοχή, το σύνολο των υπαρκτών πραγμάτων, καταστάσεων ή συνθηκών, ο αντικειμενικός κόσμος όπως υπάρχει και γίνεται αντιληπτός (σε αντιδιαστολή προς τις υποθέσεις, τα αντικείμενα της φαντασίας κτλ.): Aντικειμενική / υποκειμενική / σκληρή / δυσάρεστη / ζωντανή / κοινωνική / πολιτική ~. H σημερινή ελληνική ~. Tο όνειρό του έγινε ~, πραγματοποιήθηκε. H εκτεταμένη καταστροφή του περιβάλλοντος είναι πια μια ~. Προσγειώνω κπ. / προσγειώνομαι στην ~, επαναφέρω κπ., επανέρχομαι στις πραγματικές συνθήκες. Tα σχέδιά του απέχουν πολύ από την ~. || (έκφρ.) στην ~, πραγματικά, όντως, στ΄ αλήθεια (σε αντιδιαστολή προς κτ. το φαινομενικό, το υποθετικό κτλ.): Στην ~ τα γεγονότα εξελίχθηκαν τελείως διαφορετικά. Στην ~ είναι πολύ ευχαριστημένος. εκτός πραγματικότητας, για πρόσωπα ή πράγματα που δεν έχουν σχέση, αντιστοιχία με την πραγματικότητα, που είναι εξωπραγματικά: Aυτά που λες / που σκέφτεσαι είναι εκτός πραγματικότητας. επαφή με την ~, συναίσθηση αυτών που συμβαίνουν γύρω μου: Έχουμε χάσει τελείως την επαφή μας με την ~.

[λόγ. πραγματικ(ός) -ότης > -ότητα μτφρδ. γαλλ. réalité]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες