Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πολυ-
1 item total
πολυ- [poli] & πολύ- [polí], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: 1. σε σύνθετα επίθετα δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο: α. (με β' συνθετικό μππ.) έχει δεχτεί ή υποστεί πολλές φορές αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό: ~αγαπημένος, ~βασανισμένος, ~διαβασμένος, ~δουλεμένος, ~παιγμένος. || συχνά αρνητικά με την έννοια της υπερβολής, όταν νοηματικά το επιτρέπει το β' συνθετικό: ~κουρντισμένος, ~παιγμένος, ~πλυμένος, ~τεντωμένος, ~φορεμένος. β. χαρακτηρίζεται από την παρουσία πολλών από τα στοιχεία που εκφράζει το β' συνθετικό: ~γράμματος, ~πρόσωπος· πολύπλευρος, ~σέλιδος, ~σύλλαβος, πολύτεκνος, πολύστροφος. ANT μονο-, ολιγο-. γ. με β' συνθετικό ρηματικό παράγωγο: ~μαθής, ~κάτεχος, ~λογάς, που έχει μάθει, κατέχει, λέει πολλά. δ. (σε παρατακτική σύνθεση): ~ποίκιλος. 2. σε σύνθετα ρήματα πάντα με αρνητική εκφορά: ~αγαπώ, ~αρέσω, ~θέλω, ~συζητώ, ~ψάχνω: π.χ. Δε μου πολυαρέσει / δεν πολυθέλω / μην το πολυψάχνεις, δε μου αρέσει πολύ, δεν το θέλω πολύ, μην το ψάχνεις πολύ. 3. (νεολ.) σε σύνθετα ουσιαστικά δηλώνει ότι η σύνθετη λέξη έχει σε μεγάλο βαθμό τις ιδιότητες ή τις δυνατότητες που συνεπάγεται το ουσιαστικό που υπάρχει ως β' συνθετικό: ~αυτοκίνητο, ~βιβλιοθήκη, ~θέαμα, ~κατάστημα, ~κλινική, ~μίξερ. 4. (επιστ.) α. (ιατρ.) παθολογική κατάσταση ή ανωμαλία κατά την οποία παρατηρείται η ύπαρξη ή η ανάπτυξη των στοιχείων που εκφράζει το β' συνθετικό σε αριθμό μεγαλύτερο από τον κανονικό: ~δακτυλία, ~θηλία, ~μαστία, ~ορχιδία. || επικίνδυνη εξάπλωση της παθολογικής κατάστασης που εκφράζει το β' συνθετικό: ~αρθρίτιδα, ~νευρίτιδα. β. (χημ.) σε οργανικές ενώσεις με κοινό χαρακτηριστικό την πολυμέρεια: ~αιθυλένιο, ~σακχαρίτης.

[1α, γ, 2: αρχ. πολυ- θ. του επιθ. πολύ(ς) ως α' συνθ., παραγωγικό ρ., επιθ. και παρασυνθέτων ουσ.: αρχ. πολυ-μήχανος, πολυ-πραγμονῶ· 1β, δ: λόγ. < αρχ. πολυ-: αρχ. πολύ-τεκνος· 3: λόγ. < γαλλ. poly- < αρχ. πολυ-: πολυ-κλινική < polyclinique & μτφρδ. διεθ. multi-: πολυ-βιταμίνες, πολυ-μέσα < αγγλ. multivitamins, multimedia (η δημιουργία μη κτητικών συνθέτων που στηρίζεται σε ολόκληρο τον κλιτό τύπο του ουσ. είναι έξω από τους κανόνες της ελλην. γλώσσας)· 4: λόγ. < διεθ. poly- < αρχ. πολυ-: πολυ-δακτυλία, πολυ-μερή < γαλλ. polydactylie, polymères]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go