Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πολιτική
3 εγγραφές [1 - 3]
πολιτική η [politikí] Ο29 : 1. η τέχνη και η πρακτική της διακυβέρνησης, δηλαδή της οργάνωσης, της διεύθυνσης και της διοίκησης των ανθρώπινων κοινωνιών: H ~ είναι η τέχνη του εφικτού. H ~ είναι το πεδίο, όπου κρίνονται οι ιδεολογίες. 2. είδος, τρόπος, μέθοδος διακυβέρνησης ενός κράτους ή ρύθμισης των σχέσεων με άλλα κράτη: Εσωτερική / εξωτερική / διεθνής / ευρωπαϊκή ~. H κυβέρνηση ακολουθεί ~ λιτότητας / παροχών. Φιλελεύθερη / συντηρητική / φιλεργατική / αντιλαϊκή / αυταρχική / συναινετική / φιλειρηνική ~. 3α. σύνολο δραστηριοτήτων και πρακτικών, που σχεδιάζονται και εφαρμόζονται σε επί μέρους τομείς της δημόσιας ζωής: Οικονομική / κοινωνική / νομισματική / πιστωτική ~. β. σύνολο, δέσμη σχεδιασμένων ενεργειών, μέτρων και άλλων ρυθμίσεων, που αποσκοπούν στην επίτευξη συγκεκριμένων στόχων: H βελτίωση της οικονομίας / του βιοτικού επιπέδου / της κυκλοφορίας απαιτεί τη χάραξη συγκεκριμένης πολιτικής. ~ στήριξης του αγροτικού εισοδήματος. 4. η δημόσια ζωή, οι δημόσιες υποθέσεις, τα κοινά: Aσχολούμαι με την / αναμειγνύομαι στην ~. Kάνω / ασκώ ~, παρεμβαίνω (ρυθμίζω, επηρεάζω) στη δημόσια ζωή με ένα σύνολο ενεργειών, δραστηριοτήτων, πρακτικών. 5. η συμμετοχή στα κοινά, ως κύρια δραστηριότητα, ως απασχόληση, ως επάγγελμα: Kάνει καριέρα / σταδιοδρομία στην ~. Mπήκε νέος στην ~ κι έφτασε ψηλά. 6. το πεδίο όπου εκδηλώνονται οι κοινωνικές αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί για την κατάκτηση της πολιτικής, της κυβερνητικής εξουσίας μεταξύ ομάδων, συμφερόντων ή ατόμων: H ~ απαιτεί σκληρούς αγώνες. H ταξική πάλη εκφράζεται μέσο της πολιτικής. 7α. σύνολο δραστηριοτήτων, συμπεριφορών, μέτρων ή πρακτικών, που ρυθμίζουν, διαμορφώνουν σχέσεις μεταξύ ατόμων ή ομάδων: Οι αεροπορικές εταιρείες ακολουθούν ~ χαμηλών ναύλων. Οι εισαγωγείς αυτοκινήτων εφαρμόζουν ~ σταδιακών αυξήσεων. H αστυνομία εγκαινίασε μια ~ φιλική προς τον πολίτη. β. σχεδιασμένη συμπεριφορά, πρακτική, που εντάσσεται σε μια τακτική: Είναι ~ του να τα ΄χει καλά με όλους. ~ του καταστήματός μας είναι η ικανοποίηση του πελάτη. Σ΄ αυτή την υπόθεση δεν ακολούθησες καλή / σωστή ~.

[λόγ.: 1: αρχ. πολιτική· 2-7: σημδ. γαλλ. politique < λατ. politica < αρχ. πολιτική]

πολίτικος -η -ο [polítikos] Ε5 : που προέρχεται από την Kωνσταντινούπολη, που ανήκει ή που αναφέρεται σ΄ αυτήν: Πολίτικα τραγούδια / γλυκά. Πολίτικη σαλάτα και ως ουσ. η πολίτικη.

[Πολίτ(ης) -ικος]

πολιτικός -ή -ό [politikós] Ε1 : I1. που ανήκει ή που αναφέρεται στην πολιτική1, που διεξάγεται με τα μέσα ή στο πεδίο της πολιτικής: Πολιτικά κόμματα / σχήματα / μορφώματα. Πολιτικές δυνάμεις / οργανώσεις / παρατάξεις. Πολιτικοί οργανισμοί / σχηματισμοί. Πολιτικές δραστηριότητες / ενέργειες / παρεμβάσεις / πράξεις / αποφάσεις / ευθύνες. Πολιτικές συζητήσεις / συγκεντρώσεις / εκδηλώσεις / απόψεις / θέσεις / πεποιθήσεις / ιδέες / εξελίξεις / συγκρούσεις / διαμάχες. Πολιτικά προβλήματα / θέματα / ζητήματα. Πολιτική εξουσία / επιστήμη / θεωρία / στρατηγική / τακτική / συνεργασία / συμμαχία / δράση / στήριξη / κάλυψη / ανοχή / συναίνεση / βαρύτητα / αξιοπιστία / εμβέλεια. Πολιτικοί άνδρες / αντίπαλοι / παρατηρητές / σχολιαστές / συντάκτες / αναλυτές / κύκλοι. Πολιτική καριέρα / σταδιοδρομία / επιβίωση. Πολιτική ενημέρωση / προπαγάνδα / αρθρογραφία / ομιλία / εκστρατεία. Πολιτικό παρασκήνιο / σενάριο / πρόγραμμα / ρεπορτάζ. Aσκούνται πολιτικές πιέσεις στην κυβέρνηση. H πολιτική ζωή της χώρας βρίσκεται σε κρίση. Ένα νέο κόμμα εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή. Tο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας είναι γηρασμένο. H κοινωνική σύγκρουση διεξάγεται στο πολιτικό πεδίο. Έπεσε η κυκλοφορία των πολιτικών βιβλίων. || Πολιτική διαθήκη / γεωγραφία / οικονομία. ~ θάνατος. ~ χάρτης*. Πολιτικό γραφείο*. (έκφρ.) πολιτικό τοπίο*. 2. που βασίζεται σε δεδομένα της πολιτικής, που καθορίζεται ή επηρεάζεται από πολιτικές σταθμίσεις, υπολογισμούς, στάσεις, διαθέσεις: Πολιτική απεργία / δίκη. Πολιτικοί όμηροι / κρατούμενοι / φυγάδες / πρόσφυγες. Πολιτικά εγκλήματα. Πολιτικό άσυλο. 3. που είναι πολιτικά προσανατολισμένος, στρατευμένος: Πολιτικό θέατρο / τραγούδι. II. που ανήκει ή που αναφέρεται στην πολιτεία, και ειδικότερα σε εξουσίες ή σε θεσμούς, σε αντιδιαστολή προς τους στρατιωτικούς ή τους εκκλησιαστικούς: Στην εκδήλωση συμμετείχαν οι πολιτικές, στρατιωτικές και θρησκευτικές αρχές της περιοχής. ~ γάμος / συνταξιούχος / υπάλληλος. || (ως ουσ.) τα πολιτικά, για τα ρούχα, την ενδυμασία που φορούν οι πολίτες, σε αντιδιαστολή προς τη στολή των στρατιωτικών: Φορώ πολιτικά. ANT στρατιωτικά. III. που ανήκει ή που αναφέρεται στον πολίτη: Πολιτικά δικαιώματα, τα δικαιώματα του πολίτη που σχετίζονται με τη συμμετοχή του στην άσκηση της πολιτικής, της κρατικής εξουσίας: Ποινή στέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Πολιτική αγωγή, αυτή που κάνει, σε ποινικό δικαστήριο, κάποιος που αδικήθηκε επιδιώκοντας την επανόρθωση της βλάβης που υπέστη. Πολιτικά δικαστήρια, αυτά που εκδικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών. Πολιτική δικονομία, το σύνολο των νομικών κανόνων, που καθορίζουν την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών μεταξύ των πολιτών. Πολιτική άμυνα. || Πολιτικός μηχανικός*. IV. ~ στίχος, ο δεκαπεντασύλλαβος, ο χαρακτηριστικότερος στίχος της νεοελληνικής δημοτικής ποίησης. πολιτικά & (λόγ.) πολιτικώς ΕΠIΡΡ κατά τον τρόπο, από την άποψη της πολιτικής: Σκέφτομαι / δρω / ενεργώ ~. Aπόψεις / θέσεις / ιδέες ~ απαράδεκτες / ορθές / λαθεμένες. Πολιτικώς ενάγων. ~ ορθός*.

[λόγ.: Ι1: αρχ. πολιτικός· I2: σημδ. γαλλ. politique· ΙΙ, ΙΙΙ: σημδ. γαλλ. civil· IV: μσν. σημ. με βάση ελνστ. σημ. `κοινός΄· λόγ. < αρχ. πολιτικῶς]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες