Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ποίηση
1 item total
ποίηση η [píisi] Ο33 : 1α. η τέχνη της σύνθεσης, της δημιουργίας λογοτεχνικών έργων σε στίχους (σε αντιδιαστολή προς την πεζογραφία, τον πεζό λόγο): Οι νόμοι / οι κανόνες / η ιδιαιτερότητα / ο χαρακτήρας της ποίησης. H ~ απαιτεί έμπνευση, ταλέντο αλλά και σκληρή δουλειά. H ~ έχει τους δικούς της νόμους. Tα όρια μεταξύ της ποίησης και του πεζού λόγου δεν είναι πάντα ευδιάκριτα. β. το ποιητικό δημιούργημα, το ποίη μα: Γράφει / διαβάζει / απαγγέλλει ~. Tραγούδια σε ~ Σεφέρη. 2. τα διάφορα ποιητικά είδη, τεχνοτροπίες κτλ.: Λυρική / επική / δραματική / βουκολική / δημοτική / σουρεαλιστική / μοντέρνα ~. 3. το σύνολο της ποιητικής δημιουργίας, των ποιητικών έργων μιας περιόδου, ενός ποιητή, ενός έθνους κτλ.: H ~ του Σολωμού / του μεσοπολέμου / της κλασικής περιόδου. H νεοελληνική / γαλλική / λατινοαμερικάνικη ~. 4. η αισθητική και συναισθηματική αξία, διάθεση, η μαγεία: H ~ του έρωτα / ενός τοπίου / μιας στιγμής / του κινηματογράφου.

[λόγ.: 1: αρχ. ποίη(σις) -ση (αρχική σημ.: `δημιουργία΄)· 2-4: σημδ. γαλλ. poésie < λατ. poesis < αρχ. ποίησις]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go