Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παρθεναγωγείο
1 εγγραφή
παρθεναγωγείο το [parθenaγojío] Ο39 : σχολείο όπου φοιτούσαν μόνο μαθήτριες.

[λόγ. παρθέν(ος) + -αγωγείον κατά το νηπιαγωγείον]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες