Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παπατζής
1 εγγραφή
παπατζής ο [papadzís] Ο8 θηλ. παπατζού [papadzú] Ο37 στη σημ. 1 : 1. αυτός που παίζει το παράνομο παιχνίδι παπάςII3: H αστυνομία συνέλαβε δύο παπατζήδες. 2. (μτφ.) απατεώνας, αναξιόπιστος, ψεύτης: Έμπλεξε με κάτι παπατζήδες και του ΄φαγαν όλα τα λεφτά.

[παπ(άς)II3 -ατζής· παπατζ(ής) -ού]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες