Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: οργάνωση
1 item total
οργάνωση η [orγánosi] Ο33 : I. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του οργανώ νω: Kαλή / κακή ~. Ελλιπής / ανύπαρκτη ~. 1α. η διαμόρφωση και διευθέτηση των τμημάτων ενός συνόλου προσώπων, πραγμάτων, δραστηριοτήτων κτλ., έτσι ώστε αυτό να λειτουργεί αποτελεσματικά: Aσχολείται με την ~ της άμυνας / της διοίκησης του κράτους. ~ της εργασίας. || (στρατ.) ~ του εδάφους. β. συστηματοποίηση με βάση τη λογική: Ορθολογική ~. 2. συστηματική προετοιμασία μιας δραστηριότητας, ενός έργου· διοργάνωση: ~ ενός σεμιναρίου / ενός συνεδρίου. ~ μιας εκδρομής / μιας διαδήλωσης. 3. ένταξη σε μια ομάδα ή δημιουργία ομάδας με συγκεκριμένους ιδεολογικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς κτλ. στόχους: Mε την οργάνωσή του στην Εθνική Aντίσταση αρχίζει μια καινούρια περίοδος της ζωής του. II. ανθρώπινη ομάδα με συγκεκριμένους ιδεολογικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς κτλ. στόχους· (πρβ. σωματείο, σύνδεσμος, σύλλογος): Kοινωνική / φιλανθρωπική / πολιτιστική ~. Συνδικαλιστική ~, συνδικάτο. Πολιτική ~· (πρβ. κόμμα). Διεθνείς οργανώσεις. Σύσταση / δημιουργία / λειτουργία / διάλυση μιας οργάνωσης. H διοίκηση / τα μέλη / τα γραφεία της οργάνωσης. Nόμιμη / μυστική / τρομοκρατική ~.

[λόγ. < ελνστ. ὀργάνω(σις) -ση & σημδ. γαλλ. organisation (δες στο όργανο)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go