Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: οπτική
1 εγγραφή
οπτικός -ή -ό [optikós] Ε1 : 1. που έχει σχέση με το μάτι και ιδίως με την όραση: ~ ερεθισμός. Οπτικό νεύρο / αίσθημα / σήμα. Tο οπτικό κέντρο του εγκεφάλου. ~ θάλαμος, περιοχή στον εγκέφαλο που συγκεντρώνει από τα περιφερειακά νεύρα τα οπτικά ερεθίσματα και τα μεταδίδει στο φλοιό του εγκεφάλου. Οπτική απάτη*. Οπτική γλώσσα, στην οποία η συνεννόηση γίνεται με οπτικά σήματα και ιδίως νοήματα. ~ τηλέγραφος, που χρησιμοποιεί φωτεινά σήματα. (έκφρ.) οπτική επαφή, για κτ. που το βλέπουμε είτε γιατί είναι στην κατάλληλη απόσταση, είτε γιατί δεν παρεμβάλλονται εμπόδια. || ~ τύπος (ανθρώπου), που εύκολα συγκρατεί στη μνήμη του ή αφομοιώνει ό,τι βλέπει· (πρβ. ακουστικός). || (φυσ.): Οπτικό πεδίο, ο χώρος που μπορεί να βλέπει κάποιος σε ορισμένη στιγμή καθώς και η ανάλογη ειδική οφθαλμολογική εξέταση. Οπτικά όργανα, που ενισχύουν την αποτελεσματικότητα της όρασης. Οπτική γωνία, που σχηματίζεται από τις φωτεινές ακτίνες, οι οποίες ξεκινούν από τα άκρα του παρατηρούμενου αντικειμένου και καταλήγουν στις κόρες των ματιών: Παρατηρώ ένα ζωγραφικό πίνακα υπό ορισμένη οπτική γωνία. ΦΡ οπτική γωνία, ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται τα πράγματα· τρόπος θεώρησης: Aναλύουν το ίδιο θέμα υπό διαφορετική οπτική γωνία. || (τεχνολ.): Οπτικές ίνες, ίνες που αποτελούν δέσμη και χρησιμοποιούνται ως αγωγοί ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. 2. (ως ουσ.) α. τα οπτικά, για διάφορα οπτικά όργανα και ιδίως τα γυαλιά όρασης ή ηλίου: Kατάστημα οπτικών. β. ο οπτικός, αυτός που εκτελεί συνταγή οφθαλμιάτρου και πουλάει ή επιδιορθώνει γυαλιά: Πήγε τη συνταγή του οφθαλμιάτρου στον οπτικό για να του φτιάξει τα κατάλληλα γυαλιά. γ. η οπτική: γ1. κλάδος της φυσικής που ασχολείται με τη μελέτη του φωτός και των φαινομένων, τα οποία σχετίζονται με αυτό. Φυσική / γεωμετρική οπτική. Hλεκτρονική οπτική. Όργανα / πειράματα οπτικής. γ2. βιβλίο ή σύνολο επιστημονικών απόψεων που αφορούν την οπτική: H ~ του Nεύτωνα. γ3. ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται τα πράγματα· ΣYN ΦΡ οπτική γωνία: Aναλύουν το ίδιο θέμα με διαφορετική οπτική. οπτικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. ὀπτικός `που αναφέρεται στην όραση΄ & σημδ. γαλλ. optique (στις νέες σημ.) < αρχ. ὀπτικός (2β: σημδ. γαλλ. opticien (< optique < αρχ. ὀπτικός), 2γ: αρχ. ὀπτική)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες