Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: οξύτητα
1 εγγραφή
οξύτητα η [oksítita] Ο28 : 1. η ιδιότητα αυτού που είναι οξύςII: α. η υψηλή συχνότητα του ήχου. β. για πνευματικές πειτουργίες ή αισθήσεις: Εντυπωσιάζει με την ~ της σκέψης / των παρατηρήσεών του. H ~ της όρασής του. γ. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ένταση: H πολιτική κρίση έφτασε σε μεγάλη ~. || για λόγια ή πράξεις: H παρεξήγηση λύθηκε χωρίς οξύτητες. 2. ύπαρξη οξέος ή οξέων σε κτ. ιδίως σε υγρό: Λάδι με μικρή / μεγάλη ~. Έλεγχος της οξύτητας των υγρών του στομάχου.

[λόγ. < αρχ. ὀξύτης, αιτ. -ητα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες