Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ονομαστική
2 items total [1 - 2]
ονομαστική η [onomastikí] Ο29 : (γραμμ.) η πτώση των κλιτών μερών του λόγου (και συγκεκριμένα του άρθρου, του ουσιαστικού, του επιθέτου, της αντωνυμίας και της μετοχής) με την οποία δηλώνεται το υποκείμενο: ~ ενικού / πληθυντικού αριθμού. Σχηματισμός / χρήση της ονομαστικής. H ~ ως υποκείμενο / κατηγορούμενο / προσδιορισμός. Σύνταξη της ονομαστικής με προθέσεις.

[λόγ. < ελνστ. ὀνομαστική]

ονομαστικός -ή -ό [onomastikós] Ε1 : 1. που έχει σχέση με το όνομα ενός ή περισσότερων προσώπων: H ονομαστική γιορτή* κάποιου. α. που γίνεται με τη χρήση του ονόματος κάποιου: Ονομαστική πρόσκληση. Tο νομοσχέδιο ψηφίστηκε με ονομαστική ψηφοφορία. β. που περιλαμβάνει ονόματα προσώπων: ~ κατάλογος. Ονομαστική κατάσταση. 2. (οικον.) α. (για τίτλο) που εκδίδεται στο όνομα ενός ορισμένου προσώπου. ANT ανώνυμος: Ονομαστικές μετοχές. β. που ισχύει ή υπάρχει μόνο τυπικά. ANT πραγματικός: Ονομαστικό κεφάλαιο. ~ μισθός, που συμπεριλαμβά νει και τις κρατήσεις. || ANT τρέχων: H ονομαστική αξία ενός τραπεζογραμματίου / ομολόγου. ονομαστικά & ονομαστικώς ΕΠIΡΡ ιδίως στη σημ. 1α.

[λόγ. < αρχ. ὀνομαστικός `που ανήκει στο ονομάτισμα΄ σημδ. γαλλ. nominatif, nominal· λόγ. < ελνστ. ὀνομαστικῶς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go