Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ξωμάχος
1 εγγραφή
ξωμάχος ο [ksomáxos] Ο18 : (λαϊκότρ.) αυτός που ασχολείται με αγροτικές εργασίες στο ύπαιθρο.

[ξω- + -μάχοςII με αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες