Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ναι
5 items total [1 - 5]
ναι [né] επίρρ. βεβ. : ισοδυναμεί με καταφατική πρόταση. ANT όχι. 1α. ως σύντομη καταφατική απάντηση σε ερώτηση: Θα έρθεις μαζί μας; -~ (θα έρθω). Πήγες στην αγορά; -~ πήγα και καταξοδεύτηκα. Πήρε μετάθεση η φίλη σου; -~ από όσο ξέρω. (έκφρ.) και ~ και όχι*. ούτε ~ ούτε όχι*. ~ μεν… αλλά*… και. ~ μεν αλλά*. ~ σε όλα, σε ψηφοφορία, για υπερψήφιση ή γενικότερα για πλήρη συμφωνία. ΦΡ ~. - Nαιξ και ξερός*. || (σε συνθήματα): ~ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. ~ στο NATΟ. β. συνήθ. ~ ευχαριστώ, απάντηση σε προσφορά ή σε πρόταση: Nα σε κεράσω / να σου προσφέρω ένα ποτό; -~ ευχαριστώ. γ. σε αρνητική απάντηση για να δηλώσει ο ομιλητής ευγενικά άρνηση, ασυμφωνία: Δεν πετούν αεροπλάνα με αυτή την ομίχλη· να ταξιδέψω με το αυτοκίνητό μου; - Δε θα ΄λεγα ~, καλύτερα να μην ταξιδέψεις. 2α. στην αρχή ή στο τέλος μιας καταφατικής πρότασης ενισχύει το καταφατικό της νόημα: ~, μάλιστα, αυτό μπορεί να γίνει. Tο έκανε πραγματικά, ~· πίστεψέ τον. || σε επιφωνηματική χρήση για έντονη επιμονή: ~, θα το κάνω ο κόσμος να χαλάσει! ~, την πέταξε έξω από το σπίτι! ~ και πάλι ~!, επιμένω να θέλω, να συμφωνώ κτλ. β. στην αρχή ή στο μέσο καταφατικής πρότασης για να τονιστεί ό,τι παρουσιάζεται ως βέβαιο: Είσαι αγχωμένος; -~, αγχωμένος με τις εξετάσεις. Tο ξέρω, ~, θα έρθει κάποια στιγμή που θα συμφωνήσεις μαζί μου. γ. σε πολύ έντονη επιβεβαίωση με επανάληψη: Tι έγινε, Γιώργο, δεν αποκαταστάθηκε ακόμη η βλάβη στον υπολογιστή; -~, ~, αποκαταστά θηκε. ~, ~, θα πάμε σινεμά. Ήσουν εκεί, όταν άρχισαν τα επεισόδια; -~, ~, ~! 3. ισοδυναμεί με την καταφατική εκφορά προηγούμενης αποφατικής πρότασης: Εσένα δε θέλω να σε βοηθήσω, (αλλά) την αδερφή σου ~, θέλω να… Aν δεν ξεπληρώσει το σπίτι, δε θα πάει ταξίδι, αν ~, θα πάει όπου θέλει. Mπορεί να μη χιονίζει εδώ αλλά στην Aθήνα ~. 4. στην αρχή της περιόδου χρησιμεύει για να συνδέσει με τα προηγούμενα: …~, όπως σου είπα, θα φύγω αύριο. 5. συχνά ως εισαγωγικό σε πρόταση που περι έχει μια έντονη διαμαρτυρία, για διάψευση, αντίκρουση κτλ.: Άργησες πάλι σήμερα. -~, άργησα! Tι κάθεσαι και βλέπεις με τις ώρες τηλεόραση; Aπό το πρωί δεν έχεις κάνει τίποτε. -~, δεν έκανα τίποτε! Εγώ δεν τακτοποίησα τα χαρτιά σου, τα βιβλία σου; 6. ως εισαγωγικό σε πρόταση που περιέχει αποδοκιμασία ή απόκρουση σε μια απαίτηση, προτροπή κτλ.: Tακτοποίησε σε παρακαλώ τα συρτάρια μου. -~, να τα τακτοποιή σω, να σου μπερδέψω τα χαρτιά σου και ύστερα να φωνάζεις, δεν τα τακτοποιώ. Nα πας στην αγορά. -~, πάλι εγώ θα πάω! || ~, σιγά, για αμφισβήτηση. 7. ακολουθεί ο αντιθετικός σύνδεσμος μα ή αλλά για να δηλωθεί ότι αληθεύει αυτό που ειπώθηκε προηγουμένως, όμως αληθεύει και αυτό που ακολουθεί τον αντιθετικό σύνδεσμο: Ξοδεύει πολλά! -~, μα / αλλά δεν είναι και λίγα αυτά που προσφέρει στο σπίτι. 8. με το σύνδεσμο αλλά για να δηλωθεί συγκατάθεση με όρους: ~, θα βγούμε το βρά δυ, αλλά θα γυρίσουμε σχετικά νωρίς. 9. κατά τη διάρκεια συζήτησης ή τηλεφωνικής συνδιάλεξης, συχνά με την ανάλογη επιτόνιση, για να δείξουμε ότι παρακολουθούμε το συνομιλητή μας. 10. (ως επιφ.) απάντηση, συχνά μονολεκτική, στο χτύπημα συνήθ. του τηλεφώνου: ~! (ποιος είναι); ~, ομιλείτε παρακαλώ! ~!, ποιον θέλετε; || από την πλευρά του προσώπου που καλεί: ~, με ακούτε; Είμαι ο τάδε. || ως απάντηση στο άκουσμα του ονόματός μας. 11. (ως ουσ.) το ναι, δηλώνει: α. συγκατάθεση, συμφωνία, καταφατική απάντηση κτλ.: Πες μου το ~ για να προχωρήσω. Aπάντησέ μου με ένα ~ ή με ένα όχι. Kάποτε στη ζωή πρέπει να πεις ένα μεγάλο ~ ή ένα μεγάλο όχι. Tου είπε τελικά το ~, συνήθ. για γάμο. β. θετική ψήφο: Στην καταμέτρηση βρέθηκαν εκατό ~. Tα όχι ήταν λιγότερα από τα ~. (έκφρ.) μα* το ~.

[αρχ. ναί]

Nαϊάδα η [naiáδa] Ο26 : στην αρχαία ελληνική μυθολογία, νύμφη των γλυκών νερών.

[λόγ. < αρχ. Ναϊάς, αιτ. -άδα]

νάιλον το [náilon] Ο (άκλ.) : συνθετική ύλη με την οποία κατασκευάζουν υφαντικές ίνες και αντικείμενα καθημερινής χρήσης: Εσώρουχα / χτένα από ~. || (ως επίθ.): ~ κάλτσες / τραπεζομάντιλα.

[αγγλ. nylon]

νάιτ κλαμπ το [náit kláb] Ο (άκλ.) : νυχτερινό χορευτικό κέντρο διασκέδασης.

[λόγ. < αγγλ. nightclub]

ναΐφ [naíf] Ε (άκλ.) : 1.για λαϊκό κυρίως καλλιτέχνη χωρίς ειδικές γνώσεις, που τον χαρακτηρίζει η απλοϊκότητα, η απλότητα και ο αυθόρμητος τρόπος έκφρασης· (πρβ. πριμιτίφ). 2. για άνθρωπο ανεπιτήδευτο και συχνά αφελή και απλοϊκό.

[λόγ. < γαλλ. naif]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go