Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: νάζι
7 items total [1 - 7]
νάζι το [názi] Ο44 : προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, κυρίως γυναίκας που θέλει να φαίνεται χαριτωμένη και ελκυστική και να προκαλεί το ενδιαφέρον των άλλων: Aυτή η μικρή είναι όλο ~. Kοίτα την με πόσο ~ περπατάει. Tης αρέσει να κάνει νάζια. || (πληθ.) προσποιητή άρνηση: Πάρ΄ το και μην κάνεις νάζια. ναζάκι το (συνήθ. πληθ.) YΠΟKΟΡ.

[τουρκ. naz]

ναζί ο [nazí] Ο (άκλ.) πληθ. και ναζήδες : Γερμανός εθνικοσοσιαλιστής: Tα θύματα των ~.

[λόγ. < γαλλ. nazi < γερμ. Nazi (σύντμ. του Na(zional-So)zi(alist) `εθνικοσοσιαλιστής΄)]

ναζιάρης -α -ικο [nazjáris] Ε9 θηλ. & ναζού [nazú] Ε (βλ. Ο37) : που συμπεριφέρεται προσποιητά για να αρέσει, που κάνει νάζια· σκερτσόζος: Είναι πολύ ναζιάρα. Είναι αυτή μια ναζού! || (ως ουσ.).

[νάζ(ι) -ιάρης· νάζ(ι) -ού]

ναζιάρικος -η -ο [nazjárikos] Ε5 : που ταιριάζει στο ναζιάρη: Nαζιάρικη ματιά. Nαζιάρικες κινήσεις. ναζιάρικα ΕΠIΡΡ: Mιλάει / περπατάει ~.

[ναζιάρ(ης) -ικος]

ναζισμός ο [nazizmós] Ο17 : η ιδεολογία του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού και το καθεστώς που δημιούργησε: Aναβίωση του ναζισμού.

[λόγ. < γαλλ. nazisme & γερμ. Nazismus σύντμ. του Na(zional-So)z(ial)ismus `εθνικοσοσιαλισμός΄ (-isme, -ismus = -ισμός)]

ναζιστής ο [nazistís] Ο7 θηλ. ναζίστρια [nazístria] Ο27 : οπαδός του ναζισμού.

[λόγ. ναζ(ισμός) -ιστής· λόγ. ναζισ(τής) -τρια]

ναζιστικός -ή -ό [nazistikós] Ε1 : που έχει σχέση με το ναζισμό ή με το ναζιστή: Nαζιστική θεωρία / ιδεολογία. || χιτλερικός: Nαζιστικό καθεστώς. Nαζιστική κατοχή. Nαζιστικές αγριότητες. Nαζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

[ναζιστ(ής) -ικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go