Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μτφρδ.
3,071 items total [1 - 10]
-αγορά [aγorá] : το ουσ. αγορά ως β' συνθετικό σε σύνθετα θηλυκά ουσιαστικά· (συχνά οικον.) με α' συνθετικό ουσιαστικό: κεφαλαι~, κτηματ~, χρηματ~, αγοραπωλησία κεφαλαίων, κτημάτων κτλ. || για συναλλαγή και χώρο συναλλαγής: κρεατ~, λαχαν~, ψαρ~.

[λόγ. < ουσ. αγορά ως β' συνθ., μτφρδ. αγγλ. market: χρηματ-αγορά, υπερ-αγορά < αγγλ. money market, super market]

-άνθρωπος [ánθropos] : το ουσ. άνθρωπος ως β' συνθετικό: 1. σε σύνθετα ουσιαστικά· συνήθ.: α. με όνομα (επίθετο ή ουσιαστικό) ως α' συνθετικό: αγρι~, ασχημ~, βρομ~, ομορφ~. || αρχοντ~, αφεντ~, λεβεντ~· χιον~, φτιαγμένος από χιόνι. || διαστημ~. β. με το όνομα ενός ζώου ως α' συνθετικό: αρκουδ~, γαϊδουρ~, γουρουν~, κτην~, για κπ. που μοιάζει στην εμφάνιση με το ζώο που δηλώνει το α' συνθετικό ή κυρίως για άξεστο άνθρωπο. || βατραχ~. || πιθηκ~, ονομασία προϊστορικού ανθρωποειδούς. 2. με ρηματικό α' συνθετικό: μισ~. 3. σε σύνθετα επίθετα: πολυ~.

[1α: αρχ. -άνθρωπος < ουσ. ἄνθρωπος ως β' συνθ.: αρχ. φιλ-άνθρωπος· 1β-3: & λόγ. < αρχ. -άνθρωπος: αρχ. μισ-άνθρωπος & διεθ. -anthropus < αρχ. -άνθρωπος: πιθηκ-άνθρωπος < γαλλ. pithécanthrope & σε μτφρδ.: βατραχ-άνθρωπος < αγγλ. frogman]

-βάτης [vátis] : β' συνθετικό σε σύνθετα συχνά λόγια ή επιστημονικά αρσενικά ουσιαστικά τα οποία δηλώνουν: I. πρόσωπο· συνήθ. έχει την έννοια του βαδίζω, περπατώ: α. επάνω σ΄ αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: ορει~, σχοινο~. β. στο χρονικό διάστημα ή με τις συνθήκες που εκφράζει το α' συνθετικό: υπνο~, αυτός που περπατά όταν κοιμάται. II. τοπογραφικό όργανο: χωρο~.

[λόγ. < αρχ. -βάτης (< ρ. βαίνω) ως β' συνθ.: αρχ. ὀρει-βάτης `που ζει στα βουνά΄, στυλο-βάτης, ελνστ. χωρο-βάτης & μτφρδ.: υπνο-βάτης < γαλλ. somnambule]

-γραφώ [γrafó] -ούμαι : β' συνθετικό σε σύνθετα ρήματα (συχνά σε αντιστοιχία με σύνθετο αρσενικό ουσιαστικό σε -γράφος 1)· συνήθ. δηλώνει ότι το υποκείμενο του ρήματος ασχολείται: 1. (συνήθ. επαγγελματικά) με τη σύνταξη κειμένων σχετικών με αυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: επιστολο~, λιβελο~. 2. με την άσκηση συγκεκριμένης επιστήμης: λεξικο~. 3. με τη διαδικασία εγγραφής, καταγραφής που συνεπάγεται το α' συνθετικό: ηχο~, κινηματο~. 4. με την εκτέλεση συγκεκριμένης καλλιτεχνικής δημιουργίας της οποίας το υλικό ή το αντικείμενο δίνει το α' συνθετικό: αγιο~, εικονο~, σκηνο~, σκιτσο χαρτο~.

[λόγ. < αρχ. -γραφῶ (< -γράφος) ως β' συνθ.: αρχ. ζω-γραφῶ `παριστάνω ζώα΄, ελνστ. πολιτο-γραφῶ & μτφρδ. γαλλ. -graphier < αρχ. -γραφῶ: τηλε-γρα φώ < γαλλ. télégraphier (με βάση το ουσ. τηλέ-γραφος)]

-έλαιο [éleo] : β' συνθετικό σε σύνθετα ουδέτερα ουσιαστικά· δηλώνει: 1. το λάδι που παράγεται από τον καρπό που εκφράζει το α' συνθετικό: αραβοσιτ~, σογι~, σπορ~. 2. γενικά τις ελαιώδεις ουσίες που παίρνουμε για φαρμακευτικούς ή άλλους σκοπούς από το φυτό που εκφράζει το α' συνθετικό: ανθ~, ανισ~. 3α. ουσίες που αποτελούν υγρά καύσιμα: πετρ~. β. προϊόντα απόσταξης του πετρελαίου: ορυκτ~, μηχαν~.

[λόγ. < ελνστ. -έλαιον < αρχ. ουσ. ἔλαιον ως β' συνθ.: ελνστ. ἀμυγδαλ-έλαιον & μτφρδ.: πετρ-έλαιο < γαλλ. pétrole < μσνλατ. petroleum]

-καλλιέργεια [kaliérjia] : β' συνθετικό σε σύνθετα θηλυκά ουσιαστικά· σε σύνθεση με λόγιας προέλευσης α' συνθετικό στην περίπτωση που υπάρχει και αντίστοιχο μη λόγιο· δηλώνει: 1. τη συστηματική καλλιέργεια συνήθ. σε μεγάλη έκταση αυτού που εκφράζει το α' συνθετικό, καθώς και το σύνολο των καλλιεργούμενων φυτών· (πρβ. -παραγωγή): καπνο~, ντοματο~, σταφιδο~· αραβοσιτο~, βαμβακο~, ορυζο~, σιτο~. || τρόπο, τεχνική ή τόπο καλλιέργειας: ηλεκτρο~, αγρο~. 2. συστηματική εκτροφή σε ειδικές τεχνητές εγκαταστάσεις των ψαριών ή των θαλασσινών που δηλώνει το α' συνθετικό· (πρβ. -τροφία): αστακο~, ιχθυο~, οστρακο~, μυδο~. 3. (ιατρ.) ειδική διαγνωστική μέθοδο για την ανίχνευση παθογόνων μικροοργανισμών, στοιχείων κτλ. στο υγρό του οργανισμού που δηλώνει το α' συνθετικό: αιμο~, αιματο~. || μικροβιο~.

[λόγ. < ουσ. καλλιέργεια ως β' συνθ. μτφρδ. γαλλ. -culture, culture: οστρεο-καλλιέργεια, καπνο-καλλιέργεια, μικροβιο-καλλιέργεια < γαλλ. ostréiculture, culture du tabac, culture microbienne]

-κέφαλος -η -ο [éfalos] : β' συνθετικό σύνθετων επιθέτων. I. χαρακτηρίζει το προσδιοριζόμενο: 1α. από το σχήμα, το μέγεθος και γενικά από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του κεφαλιού του που εκφράζει το α' συνθετικό: γαϊδουρο~, τριγωνο~, σκυλο~. β. από τον αριθμό κεφαλών που συνεπάγεται ή εκφράζει το α' συνθετικό: δι~, τρι~. 2. από τη συμπεριφορά ή τον τρόπο σκέψης που συνεπάγεται το α' συνθετικό: κουφιο~, ξερο~, στενο~, χοντρο~. II. (συνήθ. ιατρ., ανατ.) με αναφορά: 1. στο κεφάλι του ανθρώπινου σώματος (σχήμα, μέγεθος κτλ.): μικρο~, πλατυ~. 2. στην κεφαλή οστών, έκφυση κτλ.: τρι~.

[αρχ. -κέφαλος θ. του ουσ. κεφαλ(ή) -ος ως β' συνθ.: αρχ. μεγαλο-κέφαλος & λόγ. < γαλλ. -céphale < αρχ. -κέφαλος: δολιχο-κέφαλος < γαλλ. dolichocéphale & μτφρδ. γαλλ. -ceps: τρι-κέφαλος (μυς) < γαλλ. triceps]

-κοσμος [kozmos] : β' συνθετικό σε σύνθετα αρσενικά ουσιαστικά. 1. συνήθ. δηλώνει σύνολο ανθρώπων που έχουν κοινά τα χαρακτηριστικά που συνεπάγεται η λέξη που υπάρχει ως α' συνθετικό· (πρβ. -ιά2): αγροτό~, εργατό~. || μαθητό~, φοιτητό~. || φτωχό~· (πρβ. -λογιά). 2. έχει την έννοια του συνόλου με ειδική σημασία που εξαρτάται από το α' συνθετικό: (επιστ.) μικρό~, μακρό~. || σε παραγωγή με προθήματα: υπό~.

[λόγ.: 1: ουσ. κόσμος ως β' συνθ. μτφρδ. γερμ. -leute: εργατό-κοσμος < γερμ. Arbeitsleute `εργατιά΄· 2: γαλλ. -cosme < αρχ. κόσμος: μικρό-κοσμος < γαλλ. microcosme]

-κράτης [krátis] θηλ. -κράτισσα [krátisa], στις περιπτώσεις που σχηματίζεται : β' συνθετικό με λόγια προέλευση· δηλώνει πρόσωπο του οποίου οι εκδηλώσεις χαρακτηρίζονται αποκλειστικά από τις αντιλήψεις και τον τρόπο ζωής που συνεπάγεται το α' συνθετικό: αποικιο~, αριστο~ και αριστοκράτισσα, γραφειο~, κεφαλαιο~, τεχνο~, τρομο~.

[λόγ. < αρχ. -κράτης (< κρατῶ `έχω εξουσία΄) ως β' συνθ.: αρχ. ἀριστο-κράτης & γαλλ. -crate < αρχ. κρατῶ (< κράτος `δύναμη΄): γραφειο-κράτης μτφρδ. γαλλ. bureaucrate· λόγ. -κράτ(ης) -ισσα]

-κρατία [kratía] : β' συνθετικό σε σύνθετα αφηρημένα θηλυκά ουσιαστικά· δηλώνει: 1. κοινωνική, πολιτική, φιλοσοφική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την αποκλειστική επικράτηση: α. των αντιλήψεων ή των θεωριών που εκφράζει το α' συνθετικό: ευνοιο~, κεφαλαιο~, πλουτο~, τεχνο~, ωφελιμο~. β. των προσώπων που δηλώνει το α' συνθετικό: ανδρο~, γυναικο~, κληρικο~. 2. καθεστώς υποτέλειας στο λαό που εκφρά ζει το α' συνθετικό: ενετο~, τουρκο~, φραγκο~.

[λόγ. < αρχ. -κρατία (< -κράτης) ως β' συνθ.: αρχ. ἀριστο-κρατία & γαλλ. -cratie, αγγλ. -cracy < αρχ. κρατῶ (< κράτος `δύναμη΄): γραφειο-κρατία μτφρδ. γαλλ. bureau cratie, πλουτο-κρατία, τεχνο-κρατία < αγγλ. plutocracy, techno cracy]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...308   Next >
Go to page:Go