Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μπολερό
1 εγγραφή
μπολερό το [boleró] Ο (άκλ.) : 1. είδος γυναικείου γιλέκου. 2. είδος ισπανικού χορού.

[λόγ. < γαλλ. boléro < ισπαν. bolero]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες