Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μολονότι
1 item total
μολονότι [molonóti] σύνδ. αντιθ. : ΣYN αν και. 1. σε υποτακτική σύνδεση, εισάγει κυρίως δευτερεύουσες εναντιωματικές προτάσεις που εκφράζουν εναντίωση, ισχυρή αντίθεση προς μια πρόταση ή και έννοια που ο ομιλητής τη θεωρεί πραγματικό γεγονός· παρόλο που, αν και: ~ προσπάθησε, τίποτε δεν κατάφερε. Άκουγε κάθε λέξη τους προσεκτικά, ~ δεν τους καταλάβαινε. Tώρα, ~ μετάνιωσε, τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει. Ήταν ακόμη όμορφη, ~ αρκετά γερασμένη. 2. κάποτε σε παρατακτική σύνδεση, ύστερα από τελεία ή άνω τελεία, εισάγει έντονη αντίθεση προς τα προηγούμενα: Λυπήθηκε πολύ· ~ κατά βάθος καταλάβαινε ότι δεν έπρεπε να την πειράξει. Πρέπει να πας. ~ πια είναι πολύ αργά.

[λόγ. < φρ. με όλον ότι με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go