Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μετωνυμία
1 item total
μετωνυμία η [metonimía] Ο25 : (γραμμ.) σχήμα λόγου κατά το οποίο μια έννοια εκφράζεται με λέξη που δηλώνει άλλη έννοια, η οποία όμως έχει σχέση στενά με την πρώτη, π.χ. ο δημιουργός με το δημιούργημά του, το περιέχον με το περιεχόμενο, το αφηρημένο με το συγκεκριμένο· (πρβ. υπαλλαγή), π.χ. “Όμηρος” αντί “ομηρικά ποιήματα”, “Aθήνα” αντί “Aθηναίοι”.

[λόγ. < ελνστ. μετωνυμία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go