Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μετάφρασμα
1 item total
μετάφρασμα το [metáfrazma] Ο49 : κείμενο, λέξη κτλ. που μεταφράζει, που ερμηνεύει κτ.

[λόγ. μεταφρασ- (μεταφράζω) -μα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go