Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μασκαρα
5 εγγραφές [1 - 5]
μάσκαρα η [máskara] & μάσκαρα το [máskara] Ο (άκλ.) : παχύρρευστο υγρό που χρησιμοποιείται ως καλλυντικό για το βάψιμο των βλεφαρίδων: Mαύρο / μπλε / καφέ ~.

[παλ. ιταλ. ή βεν. mascara]

μασκαραλίκι το [maskaralíki] Ο44α : ανεπίτρεπτη πράξη ή συμπεριφορά που συνήθ. συνοδεύεται και από γελοιότητα: Πρέπει να ντρέπεσαι για τα μασκαραλίκια σου.

[τουρκ. maskaralιk ]

μασκαράς 1 ο [maskarás] Ο1 : αυτός που μεταμφιέζεται για να πάρει μέρος σε εορταστική εκδήλωση κατά την περίοδο της αποκριάς· καρναβάλι2: Nτύνομαι / γίνομαι ~.

[παλ. ιταλ. ή βεν. mascara (δες μάσκαρα) με τονική επίδρ. της λ. μασκαράς 2]

μασκαράς 2 ο : 1. (μειωτ.) αυτός που κάνει μασκαραλίκια: Tης υποσχέθηκε γάμο ο ~, ενώ ήταν παντρεμένος. 2. για δήλωση θαυμασμού ή συμπάθειας για κπ.: Bρε το μασκαρά· τα κατάφερε. μασκαρατζίκος ο YΠΟKΟΡ.

[τουρ. maskara < αραβ. mashara· μασκαρ(άς) -ατζίκος κατά το φουκαρατζίκος]

μασκαράτα η [maskaráta] Ο25α : ομάδα ή πομπή από μασκαράδες 1.

[παλ. ιταλ. mascarata]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες