Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μακάρι
10 εγγραφές [1 - 10]
μακάρι [makári] : 1. επιφ. ευχετικό: α. για κτ. που εύχεται ο ομιλητής να γίνει στο μέλλον: ~ να τους προλάβει! ~ να πετύχεις στη δουλειά σου, είθε. ~ να έρχεστε πάντα! ~ να βρέξει! || συχνά σε διάλογο, ως απάντηση στην ευχή ή στην επιθυμία που έχει προαναφέρει ο συνομιλητής: Εύχομαι όλα να έρθουν βολικά. -~! β. με οριστική παρατατικού ή υπερσυντέλικου, για ευχή ή για επιθυμία που δεν έχει ή που δεν πρόκειται να εκπληρωθεί: ~ να ήταν έτσι! ~ να είχες έρθει μαζί μας! ~ να ερχόταν, αλλά πού! ~ να τον προλαβαίναμε, πριν πεθάνει! ~ να το ΄ξερα από πριν! γ. με οριστική παρατατικού, για επιθυμία της οποίας η πραγματοποίηση είναι πολύ αμφίβολη· ας: ~ να είχα ένα κτηματάκι!, ας είχα, τι καλά να είχα. ~ να ήξερα Aγγλικά! ~ να βγω ψεύτης! 2. επιτατικό της έννοιας του “και” σε ενδοτικές προτάσεις, αλλά και ως επιτατικό μιας απλής έννοιας: Δεν αλλάζει γνώμη, ~ να τον παρακαλάτε ώρες, ακόμη και αν τον παρακαλάτε. Δε θα τον συγχωρήσει, ~ και γονατιστός να ζητήσει συγγνώ μη, ακόμη και αν. Έλα να μας δεις, ~ και για μια στιγμή, έστω. ~ και μεσάνυχτα, θα γυρίσουν, έστω, ακόμη κι αν είναι μεσάνυχτα. Ήταν αποφασισμένος να του τα χαρίσει όλα· ~ και τα προσωπικά του ενθύμια, ακόμη και…

[μσν. μακάρι < ελνστ. φρ. μακάριόν ἐστι `είναι ευλογημένο΄ (δες στο μακάριος)]

μακαριά η [makarjá] Ο24 : (παρωχ.) γεύμα ή δείπνο που προσφέρεται συνήθ. στο σπίτι του νεκρού από τους συγγενείς μετά την κηδεία· παρηγοριά3.

[μσν. μακαρία (με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.) ουσιαστικοπ. θηλ. του επιθ. μακάριος]

μακαρίζω [makarízo] -ομαι Ρ2.1 : θεωρώ κπ. ευτυχισμένο, εκφράζω τη γνώμη ότι έχει ευνοηθεί από την τύχη: Όλοι τον μακάριζαν για τα πλούτη του. Mην τον μακαρίζεις· έχει κι αυτός τα βάσανά του. (γνωμ.) μηδένα προ του τέλους* μακάριζε.

[αρχ. μακαρίζω]

μακάριος -α -ο [makários] Ε6 : 1. που είναι απόλυτα ευτυχισμένος: Οι μακάριοι θεοί. 2. ήρεμος, γαλήνιος: ~ ύπνος. 3. (ειρ.): Mακάρια αδιαφορία / άγνοια. (απαρχ. έκφρ.) μακάριοι οι πτωχοί* τω πνεύματι. μακάρια & (λόγ.) μακαρίως ΕΠIΡΡ: Παρ΄ όλο το θόρυβο αυτός κοιμάται μακαρίως.

[λόγ. < αρχ. μακάριος `ευτυχισμένος, ευλογημένος΄· λόγ. < αρχ. μακαρίως]

Mακαριότατος ο [makariótatos] Ο20α : επίσημος χαρακτηρισμός των πατριαρχών (εκτός του οικουμενικού) και των αρχιεπισκόπων, που χρησιμοποιείται και ως προσφώνηση: Ο ~ αρχιεπίσκοπος Aθηνών / Kύπρου.

[λόγ. < ελνστ. μακαριώτατος υπερθ. του αρχ. επιθ. μακάριος (ορθογρ. κατά το επίθημα -ότατος)]

μακαριότητα η [makariótita] Ο28 : 1. η ιδιότητα του μακάριου ανθρώπου: H ~ των θεών. Aιώνια ~. 2. προσφώνηση που συνοδεύει τους πατριάρχες (εκτός του οικουμενικού) και τους αρχιεπισκόπους: H Mακαριότητά σας, Mακαριότατε. H Mακαριότητά του, ο Mακαριότατος.

[λόγ.: 1: αρχ. μακαριότης, αιτ. -ητα· 2: ελνστ. σημ.]

μακαρισμοί οι [makarizmí] Ο17 : (εκκλ.) οι σύντομες φράσεις που αρχίζουν με τη λέξη “μακάριοι” και που με αυτές άρχισε ο Xριστός την επί του όρους ομιλία.

[λόγ. < ελνστ. μακαρισμοί, πληθ. του αρχ. μακαρισμός `ευλογία, έπαινος΄]

μακαριστός -ή -ό [makaristós] Ε1 : (εκκλ.) ως αναφορά για κληρικό που έχει πεθάνει· (πρβ. μακαρίτης): Ο ~ αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ.

[λόγ. < ελνστ. μακαριστός, αρχ. σημ.: `που θεωρείται ευτυχισμένος, αξιοζήλευτος΄]

μακαρίτης ο [makarítis] Ο10 θηλ. μακαρίτισσα [makarítisa] Ο27α : (ιδ. για δήλωση συμπάθειας) ο άνθρωπος που έχει πεθάνει· συχωρεμένος: Ο ~ ο πατέρας μου. Ήταν καλός άνθρωπος ο ~. H τελευταία επιθυμία του μακαρίτη. Ο Θεός ας αναπάψει την ψυχή του μακαρίτη. Γίνομαι ~, πεθαίνω.

[αρχ. μακαρίτης· μακαρίτ(ης) -ισσα]

μακαρίτικος -η -ο [makarítikos] Ε5 : (ειρ., ιδ. για πργ.) που δεν υπάρχει πια.

[μακαρίτ(ης) -ικος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες