Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μαγούλα
2 items total [1 - 2]
μαγούλα η [maγúla] Ο25α : (λαϊκότρ.) λόφος.

[σλαβ. mogula]

μαγουλάδες οι [maγuláδes] Ο26 : (οικ.) η παρωτίτιδα: Έβγαλε μικρός τις ~.

[μάγουλ(ο) -άδα στον πληθ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go