Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λοχαγός
1 εγγραφή
λοχαγός ο [loxaγós] Ο17 : (στρατ.) βαθμός κατώτερου αξιωματικού του στρατού ξηράς, ανώτερος από τον υπολοχαγό και κατώτερος από τον ταγματάρχη. || αξιωματικός του στρατού ξηράς, που διοικεί λόχο, ίλη ή πυροβολαρχία. || ~ ιατρός / κτηνίατρος, στρατιωτικός γιατρός / κτηνίατρος του υγειονομικού σώματος του στρατού ξηράς με βαθμό λοχαγού.

[λόγ. < αρχ. (δωρ. διάλ.) λοχαγός `αρχηγός στρατιωτικού σώματος συνήθ. 100 στρατιωτών΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες