Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λιμένας
1 εγγραφή
λιμένας ο [liménas] Ο2 : (λόγ.) το λιμάνι.

[λόγ. < αρχ. λιμήν, αιτ. -ένα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες