Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λεξικογραφία
1 εγγραφή
λεξικογραφία η [leksikoγrafía] Ο25 : α. η σύνταξη λεξικού. β. η επιστήμη της σύνταξης λεξικών.

[λόγ. < γαλλ. lexicographie < lexicograph(e) = λεξικογράφ(ος) -ie = -ία]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες