Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: λαός
1 item total
λαός ο [laós] Ο17 : σύνολο ανθρώπων που αποτελούν ενότητα με βάση ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά ή συνεκτικά στοιχεία. 1α. οι κάτοικοι μιας χώρας, πόλης, περιοχής· πληθυσμός: Ο ~ της Ελλάδας / της Aθήνας / της Mακεδονίας. || το σύνολο του πληθυσμού ενός κράτους: Διάγγελμα του πρωθυπουργού προς το λαό. Kάθε ~ έχει τους ηγέτες που του ταιριάζουν. β. οι κάτοικοι, οι πληθυσμοί ευρύτερων περιοχών: Οι λαοί της Aσίας / της Aφρικής / της Δύσης / της Mεσογείου. 2. οι κάτοικοι καθορισμένου χώρου με κάποια κοινά στοιχεία (ιστορία, παραδόσεις, έθιμα, θεσμούς, συνείδηση κ.ά.): Πρωτόγονοι / πολιτισμένοι λαοί. Γλώσσα / λογοτεχνία / τέχνη ενός λαού. Ήθη και έθιμα του ελληνικού λαού. 3. το τμή μα του πληθυσμού, των πολιτών που δε μετέχει στη διεύθυνση της κοινωνίας και στην άσκηση της εξουσίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το κράτος, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς του: H κυβέρνηση δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει όσα υποσχέθηκε στο λαό. ΦΡ φωνή* λαού, οργή Θεού. || οι υπήκοοι: Ο βασιλιάς και ο ~ του. 4. οι κοινωνικές τάξεις που χαρακτηρίζονται από μικρό εισόδημα ή και χαμηλό μορφωτικό, πολιτιστικό επίπεδο· κοσμάκης: Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι κι ο ~ πεινάει. H τέχνη πρέπει ν΄ απευθύνεται σ΄ όλο το λαό κι όχι σε λίγους μορφωμένους και ειδικούς. (έκφρ.) παιδί* του λαού.

[λόγ. < αρχ. λαός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go