Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: λακωνικός
1 item total
λακωνικός -ή -ό [lakonikós] Ε1 : 1. που ανήκει ή που αναφέρεται στους Λάκωνες ή στη Λακωνία: Λακωνική διάλεκτος. 2α. (για λόγο) που τον χαρακτηρίζει συντομία και περιεκτικότητα: Έδωσε μια λακωνική απάντηση. β. (για πρόσ.) λιγόλογος: Είναι ~ στο λόγο του. λακωνικά ΕΠIΡΡ κατά τρόπο σύντομο και περιεκτικό: Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων απαντούσε ~.

[λόγ.: 1: αρχ. Λακωνικός· 2: γαλλ. laconique (στη νέα σημ.) < λατ. laconicus < αρχ. Λακωνικός με βάση το ελνστ. λακωνισμός (πρβ. τις φρ. (αρχ.) βραχυλογία τις λακωνική, (ελνστ.) τῆς ὁμιλίας τό λακωνικόν)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go