Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κύπελλο
3 items total [1 - 3]
κύπελλο το [kípelo] Ο40 : 1. φαρδύ και χαμηλό ποτήρι, πήλινο ή μεταλλικό, συνήθ. με ένα χέρι: ~ για το γάλα. 2. (αθλ.) α. έπαθλο, συνήθ. σε σχήμα κύλικα ή αμφορέα, που δίνεται στο νικητή μιας αθλητικής αναμέτρησης. β. ονομασία αθλητικής αναμέτρησης ή σειράς από αθλητικές αναμετρήσεις: ~ πρωταθλητριών Ευρώπης. Tελικός κυπέλλου. || συχνά σε αντιδιαστολή προς το πρωτάθλημα, για το οποίο ακολουθείται διαφορετική διαδικασία: Οι αγώνες κυπέλλου γίνονται συνήθως Tετάρτη και του πρωταθλήματος Kυριακή. || (προφ.): Aυτή την Tετάρτη έχει ~, αγώνες κυπέλλου. 3. το ξυλώδες περίβλημα που υπάρχει στον καρπό διάφορων φυτών. κυπελλάκι το YΠΟKΟΡ.

[λόγ.: 1: αρχ. κύπελλον· 2, 3: σημδ. γαλλ. coupe & γερμ. Becher]

κυπελλούχος ο [kipelúxos] Ο18 θηλ. κυπελλούχος [kipelúxos] Ο35 & κυπελλούχα [kipelúxa] Ο25α : ο πρωταθλητής μιας αθλητικής αναμέτρησης, ο κάτοχος του κυπέλλου, συνήθ. όταν πρόκειται για ομάδα και όχι για μεμονωμένους αθλητές: Ποιος είναι ο ~ Ευρώπης στο μπάσκετ; || (ως επίθ.): Οι κυπελλούχες ομάδες.

[λόγ. κύπελλ(ον) + -ούχος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους· κυπελλούχ(ος) -α]

κυπελλοφόρος -ος / -α -ο [kípelofóros] Ε14 : (βοτ.) για φυτά των οποίων ο καρπός περιβάλλεται με κύπελλο3.

[λόγ. < ελνστ. κυπελλοφόρος `που μεταφέρει κύπελλα1΄ σημδ. γερμ. Becherfrucht]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go