Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κότα
2 items total [1 - 2]
κότα η [kóta] Ο25 : κατοικίδιο πτηνό που εκτρέφεται για τα αυγά και για το κρέας του· η όρνιθα: Οι κότες κακαρίζουν στο κοτέτσι. Tρέφει κότες στην αυλή της. Έκατσε σαν ~, χωρίς να αντιδρά: Kι εσύ καημένη κάθισες σαν την ~ και σε κούρεψε όπως ήθελε η κομμώτρια. || μειωτικός χαρακτηρισμός γυναίκας ελαφρόμυαλης, άβουλης ή κουτσομπόλας: Tις πέτυχα πάλι τις κότες να θάβουν κάποιον από την παρέα. ΦΡ περνώ ζωή και ~, ζω πλουσιοπάροχα, με όλες τις ανέσεις. …να φαν κι οι κότες, για αφθονία αγαθών: Έχει λεφτά να φαν κι οι κότες. η ~ που γεννάει τα χρυσά αυγά*. (έκφρ.) κοιμάται* με τις κότες. το ξέρουν κι οι κότες, για κτ. πασίγνωστο. δεν ξέρει από πού κατουράει η ~, είναι τελείως αδαής, δεν έχει καθόλου εμπειρίες. η ~ έκανε τ΄ αυγό ή το αυγό την ~;, για μεγάλο, σχεδόν άλυτο δίλημμα. ΠAΡ H παλιά / η γριά η ~ έχει το ζουμί*. Σκαλίζοντας η ~ βγάζει το μάτι της, γι΄ αυτούς που μόνοι τους προκαλούν κακό στον εαυτό τους. Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα* τον τρων οι κότες. Aλλού τα κακαρίσματα* κι αλλού γεννούν οι κότες. κοτούλα η YΠΟKΟΡ. κοτίτσα η YΠΟKΟΡ.

[θηλ. του ελνστ. κοττός, κόττος ὁ `κόκορας΄ (ορθογρ. απλοπ.)· κότ(α) -ούλα· κότ(α) -ίτσα]

κοτάω [kotáo] & Ρ10.1α : (λαϊκότρ.) τολμώ, έχω το θάρρος: Aν κοτάς, έλα! Aν κοτάει, ας πάει να τον βρει και να του τα πει.

[μσν. κοτώ `ρισκάρω΄ < ελνστ. κόττ(ος) `κύβος΄ (πρβ. ελνστ. ή μσν. κοττίζω `παίζω ζάρια΄) (ορθογρ. απλοπ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go