Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κοσμοπολίτης
1 εγγραφή
κοσμοπολίτης ο [kozmopolítis] Ο10 θηλ. κοσμοπολίτισσα [ksomopolí ti sa] Ο27 : 1. άνθρωπος πολυταξιδεμένος, που έζησε σε διάφορες χώρες, προσαρμόστηκε και αφομοίωσε ποικίλους τρόπους ζωής και που χαρακτηρίζεται από την άνεση με την οποία μπορεί να κινηθεί στους χώρους της ανώτερης συνήθ. κοινωνίας: Οι διπλωμάτες έχουν τον αέρα του κοσμοπολίτη. 2. (παρωχ.) αυτός που θεωρεί τον εαυτό του πολίτη του κόσμου· διεθνιστής.

[λόγ. < ελνστ. κοσμοπολίτης· κοσμοπολίτ(ης) -ισσα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες