Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κλεψύδρα
1 εγγραφή
κλεψύδρα η [klepsíδra] Ο25 : όργανο για τη μέτρηση του χρόνου, που χρησιμοποιήθηκε κυρίως κατά την αρχαιότητα και το οποίο αποτελείται από δύο δοχεία που συγκοινωνούν με στενότατο σωλήνα, μέσο του οποίου το νερό ή η άμμος που υπάρχει στο ένα, αδειάζει σιγά σιγά στο άλλο, διαδικασία που κρατά ορισμένο χρονικό διάστημα.

[λόγ. < αρχ. κλεψύδρα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες