Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κατατομή
1 εγγραφή
κατατομή η [katatomí] Ο29 : η πλάγια όψη του συνόλου των χαρακτηριστικών του προσώπου· προφίλI1: Έχει ωραία ~ (προσώπου). Έχει ελληνική ~, όταν η γραμμή του μετώπου και της μύτης είναι σχεδόν συνεχής, σύμφωνα με τους κανόνες της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής.

[λόγ. < αρχ. κατατομή `αποτύπωση σε ανάγλυφο΄ σημδ. γαλλ. profil]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες