Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κατάθεση
1 item total
κατάθεση η [katáθesi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καταθέτω. 1α. παράδοση εγγράφου σε δημόσια αρχή, σε αρμόδια υπηρεσία: Έληξε η προθεσμία για την ~ των αιτήσεων. ~ μηνύσεως στην αστυνομία. Σήμερα έγινε η ~ του νομοσχεδίου στη βουλή. β. η εκ μέρους φυσικού ή νομικού προσώπου παράδοση χρημάτων σε πιστωτικό ίδρυμα για φύλαξη, τοκισμό και μελλοντική επιστροφή τους. ANT ανάληψη. ~ όψεως, από την οποία γίνονται πληρωμές με μπλοκ επιταγών. ~ ταμιευτηρίου, η ανάληψη γίνεται χωρίς προθεσμία. ~ προθεσμίας / προθεσμιακή, που η ανάληψή της γίνεται ύστερα από ορισμένη ημερομηνία. ANT απρόθεσμη. ~ δεσμευμένη. Bιβλιάριο καταθέσεων. Πήγε στην τράπεζα να κάνει ~. || (πληθ.) χρήματα κατατεθειμένα σε τράπεζα: Έχει καταθέσεις σε δραχμές / σε συνάλλαγμα, τραπεζικές καταθέσεις. || δημόσια ~, πληρωμή οφειλόμενου χρηματικού ποσού στο Tαμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. || (συναισθ.) ~ ψυχής, για να δηλωθεί η ψυχική συμμετοχή κάποιου, ιδίως καλλιτέχνη, στο έργο που παράγει. 2. παροχή πληροφοριών, κυρίως ένορκων, σε δημόσια αρχή: Δίνω / κάνω ~ στον ανακριτή / στην αστυνομία. Παίρνω ~ από τους μάρτυρες. Mαρτυρική ~. Ένορκη ~. Yπογράφω την κατάθεσή μου. || ό,τι καταθέτει κάποιος, το περιεχόμενο της κατάθεσης: Οι καταθέσεις των μαρτύρων ήταν συντριπτικές για τον κατηγορούμενο. 3. (κυρ. σε εκφράσεις) α. ~ στεφάνου, τοποθέτηση στεφανιού στη βάση ενός μνημείου, σε επίσημη συγκέντρωση. ~ του θεμέλιου λίθου, τοποθέτηση αναμνηστικής πλάκας στα θεμέλια κτίσματος που πρόκειται να ανεγερθεί. β. διακοπή ενός έργου, παραίτηση από κάποια προσπάθεια: H ~ της εντολής για σχηματισμό νέας κυβέρνησης. ~ των όπλων, διακοπή πολέμου ή μάχης λόγω αδυναμίας του ενός ή και των δύο αντιπάλων.

[λόγ. < ελνστ. κατάθε(σις) -ση `τοποθέτηση στο έδαφος, πληρωμή΄, αρχ. σημ.: `υποθήκη΄ & σημδ. γαλλ. déposition]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go