Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καρπός
4 items total [1 - 4]
καρπός 1 ο [karpós] Ο17 : 1α. το προϊόν ενός φυτού, που είναι το τελικό στάδιο της εξέλιξης του άνθους: Tο σύκο είναι ~ της συκιάς. Tο μήλο είναι ~ της μηλιάς. H ντομάτα είναι ~ της ντοματιάς. Tο βαλανίδι είναι ο ~ της βαλανιδιάς. Εδώδιμοι καρποί. Ξηροί καρποί, που έχουν ξυλώδες περικάρπιο ή που είναι αποξηραμένοι καρποί (καρύδια, σύκα, σταφίδες, κτλ.). Σαρκώδεις καρποί, με σαρκώδες περικάρπιο. Ώριμος / γλυκός / πικρός / ξινός ~. (έκφρ.) κτ. πέφτει σαν ώριμος ~, για κτ. που γίνεται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες που ευνοούν την πραγματοποίησή του. β. (βοτ.) όργανο του φυτού, η σαρκώδης ή ξηρή ώριμη ωοθήκη που περικλείει το σπέρμα ή τα σπέρματα ώσπου να ωριμάσουν. ΦΡ απαγορευμένος ~, για κτ. που δεν επιτρέπεται να το απολαύσουμε, αν και το επιθυμούμε πολύ, όπως ο καρπός του δέντρου της γνώσεως που ο Θεός απαγόρευσε στους πρωτόπλαστους να τον δοκιμάσουν. 2. σε εκφράσεις, για να δηλώσουμε το παιδί, ως αποτέλεσμα της γονιμοποίησης της γυναίκας: ~ του έρωτά του / του γάμου τους ήταν ένα αγόρι. ~ παράνομου έρωτα, παιδί εκτός γάμου. (λόγ. έκφρ.) ο ~ της κοιλίας της, το αγέννητο ή το γεννημένο παιδί. 3. (μτφ.) το προϊόν μιας ανθρώπινης δραστηριότητας: Tο σύγγραμμα αυτό είναι ~ μακροχρόνιου ερευνητικού μόχθου. H επιχείρηση άρχισε επιτέλους να αποδίδει καρπούς. || (πληθ.) γενικότερα, τα αποτελέσματα μιας ενέργειας, μιας προσπάθειας: Aπολαμβάνει τους καρπούς των κόπων του. H οικονομική λιτότητα δεν έδωσε τους αναμενόμενους καρπούς. (έκφρ.) δρέπω τους καρπούς (με γεν.), αποκομίζω, απολαμβάνω ή υφίσταμαι τα αποτελέσματα: Δρέπω τους καρπούς των κόπων / των ερευνών μου. Δρέπει τους πικρούς καρπούς της αχαριστίας του.

[1: αρχ. καρπός `καρπός της γης, όφελος΄· 2, 3: λόγ. σημδ. γαλλ. fruit]

καρπός 2 ο : (ανατ.) το τμήμα του χεριού, που περιλαμβάνεται ανάμεσα στον πήχυ και στο μετακάρπιο και που αποτελείται από οκτώ οστά.

[λόγ. < αρχ. καρπός]

καρποσυλλέκτης ο [karposiléktis] Ο10 : (επιστ.) ο άνθρωπος που συλλέγει καρπούς για να εξασφαλίσει τη διατροφή του: Ο άνθρωπος στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του ήταν κυνηγός και ~.

[λόγ. καρπο- + συλλέκτης]

καρποσυλλογή η [karposilojí] Ο29 : (επιστ.) η ασχολία του καρποσυλλέκτη.

[λόγ. καρπο- + συλλογή]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go