Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καριολα
2 items total [1 - 2]
καριόλα η [karjóla] Ο25α : (παρωχ.) είδος κρεβατιού από ξύλο.

[ιταλ. cariola `κρεβατάκι για μωρά κάτω από το νυφικό κρεβάτι΄]

καριόλης ο [karjólis] Ο11 θηλ. καριόλα [karjóla] Ο25α : (χυδ.) χαρακτηρισμός ανήθικου άντρα: Aυτόν τον καριόλη, αν τον ξαναβρώ μπροστά μου, θα τον κανονίσω. Είδες την καριόλα τι μου έκανε; || (υβρ.): Ρε καριόλη, τι πας να κάνεις;

[θηλ.: < καριόλα, η (δες λ.)· αρσ.: καριόλ(α) -ης (αναδρ. σχημ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go