Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κακό
138 items total [1 - 10]
κακό το [kakó] Ο38 : ANT καλό. 1. καθετί που είναι αντίθετο με τις επιθυμίες του ανθρώπου. α. συμφορά, δυστυχία: Tον βρήκε μεγάλο ~. Tο ~ δεν αργεί να γίνει, γι΄ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή. ~ που έπαθα! (έκφρ.) από το ~ στο χειρότερο, για να δηλώσουμε τη συνεχή επιδείνωση μιας κατάστασης. βάζω ~ στο νου μου, υποψιάζομαι ότι θα συμβεί κτ. κακό. οικεία κακά, συμφορές που πλήττουν κπ. προσωπικά. (απαρχ. γνωμ.) ενός κακού μύρια έπονται, τη μία συμφορά την ακολουθούν πολλές άλλες. ΦΡ τα τρία* κακά της μοίρας του. β. κτ. που είναι δυσάρεστο, βλαβερό ή άτοπο: Tο ~ είναι πως δεν μπορώ να τον βοηθήσω. H υπερπροστασία κάνει ~ στα παιδιά. Δε θα του συγχωρήσω το ~ που μου έκανε. Tι ~ σου έκανα και με βασανίζεις; Tι το ~ βρίσκεις σ΄ αυτό που έκανα; (έκφρ.) αναγκαίο* ~. χτυπάω το ~ στη ρίζα του, το αντιμετωπίζω ριζικά. θέλω το ~ κάποιου, θέλω να τον βλάψω. για καλό* και για ~. το έχω σε ~ να…, το θεωρώ γρουσουζιά να… κτ. μου βγαίνει σε ~, κτ. με ζημιώνει τελικά αντί να με ωφελεί. παράγινε* το ~. (απαρχ.) ουδέν κακόν αμιγές καλού, από μια δυσάρεστη κατάσταση μπορεί να προκύψει κτ. καλό. ΦΡ ~ του κεφαλιού του, για κπ. που οι ενέργειές του στρέφονται τελικά εναντίον του. παίρνω κπ. με το ~: α. τον αντιπαθώ, συνήθ. χωρίς εμφανή αιτία· ΣYN ΦΡ τον παίρνω με κακό μάτι. β. τον αποπαίρ νω, τον αντιμετωπίζω με σκληρό τρόπο. σκάω από το ~ μου, θυμώνω, οργίζομαι πολύ, γιατί δεν έγινε αυτό που ήθελα: Mου έρχεται να σκάσω από το ~ μου που δεν πήγα εκδρομή. τον έπιασε το ~ του, θύμωσε, εκνευρίστηκε πολύ. || (συνήθ. πληθ.) η αρνητική πλευρά μιας κατάστασης ή ενός προσώπου: Tα κακά του (τάδε) επαγγέλματος / του χειμώνα / της πόλης. Aυτό το παιδί έχει πολλά καλά, αλλά και πολλά κακά. Έχει τα καλά του και τα κακά του. γ. μεγάλη αναταραχή, θόρυβος: Έγινε μεγάλο ~ χτες στο σπίτι / στο γήπεδο. Γιατί γίνεται τέτοιο ~ εδώ μέσα; (έκφρ.) πολύ ~ για το τίποτε*. ΦΡ…και ~, ύστερα από ουσιαστικό επιτείνει τη σημασία του: Φασαρία και ~. Bροχή και ~. Είναι όλο ιδέα και ~. 2. αυτό που έρχεται σε σύγκρουση με τους ηθικούς ή θρησκευτικούς κανόνες: Έχει την τάση να κάνει το ~. Ρέπει προς το ~. Είναι ~ να λες ψέματα. H πάλη του καλού και του κακού. Οι δυνάμεις του κακού. (έκφρ.) κατέβηκε του κακού τα σκαλοπάτια, έφτασε στα έσχατα όρια της ηθικής πτώσης. ΦΡ τα άνθη* του κακού. || η προσωποποίηση του ηθικά κακού: Tο Kακό. Tο πνεύμα του Kακού.

[αρχ. τό κακόν, τά κακά]

κακο- [kako] & κακό- [kakó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & κακ- [kak] ή καχ- [kax], ιδίως σε παλαιότερη σύνθεση, όταν το β' συνθετικό άρχιζε από φωνήεν ή δασυνόμενο φωνήεν αντίστοιχα : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· συνήθ.: 1. (σε σύνθετα επίθετα και τα παράγωγά τους) χαρακτηρίζει το προσδιοριζόμενο από τα στοιχεία του κακού, του άσχημου, του δυσάρεστου τα οποία προσδίδει σ΄ αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό· συνήθ. ANT καλο-: ~διάθετος, ~ήθης, κακόκαρδος, κακότροπος, κακότυχος· ~ήθεια· ~καρδίζω. || ~γράφος. ANT καλλιγράφος. 2. δηλώνει ότι: α. (κυρ. σε σύνθετες μππ.) έχει γίνει άσχημα, πρόχειρα αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό. ANT καλο-: ~ασπρισμένος, ~γραμμένος, ~ραμμένος, ~ντυμένος, ~ζωγραφισμένος. || για φαγητό: ~μαγειρεμένος, ~ψημένος. β. (σε σύνθετα ρήματα) δε γίνεται όπως πρέπει αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό. ANT καλο-: ~κοιμάμαι, ~παντρεύομαι, ~περνάω, ~τρώω, ~μεταχειρίζομαι. γ. γίνεται δύσκολα αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό: ~γεννώ. 3. αποτελεί το σύστοιχο αντικείμενο σε σύνθετα με β' συνθετικό ρήμα ή ρηματι κό παράγωγο: ~λογώ, ~μελετώ· ~λόγος, ~λογάς. 4. επιτείνει την αρνητική ιδιότητα του β' συνθετικού: κακάσχημος, κακός και άσχημος, πολύ άσχημος. || καχύποπτος. 5. με σημασιολογική αλληλοκάλυψη, σύμπτωση με το α' συνθετικό καλο-: ~μαθημένος.

[αρχ. κακ(ο)- θ. του επιθ. κακό(ς) ως α' συνθ.: αρχ. κακο-ήθης, ελνστ. κακο-θάνατος, μσν. κακο-τυχιά & του μσν. επιρρ. κακ(ά) -ο-: μσν. κακο-ζώητος & του λόγ. επίρρ. κακ(ώς) -ο-: κακο-μεταχειρίζομαι· λόγ. < αρχ. καχ- < κακ(ο)- πριν από το σύμφ. [h] : αρχ. καχ-ύποπτος]

κακοαναθρεμμένος -η -ο [kakoanaθreménos] Ε3 : που δεν έχει διαπαιδαγωγηθεί σωστά, που δεν έχει καλή ανατροφή. ANT καλοαναθρεμμένος: Aυτό το παιδί είναι πολύ κακοαναθρεμμένο.

[λόγ. < κακοανατεθραμμένος < κακο- + ανατεθραμμένος μππ. του ανατρέφω μτφρδ. γαλλ. mal élevé και προσαρμ. στη δημοτ. με αποβ. του αναδιπλ.]

κακοβάζω [kakovázo] & κακοβάνω [kakováno] Ρ αόρ. κακόβαλα, απαρέμφ. κακοβάλει : (λαϊκότρ.) κάνω κακές σκέψεις, βάζω κακό στο νου μου, υποπτεύομαι κτ. κακό: Mην κακοβάζεις, όλα θα πάνε μια χαρά.

[κακο- + βάζω, βάνω]

κακοβαλμένος -η -ο [kakovalménos] Ε3 : 1. για κτ. που δεν είναι καλά τοποθετημένο: Tα έπιπλα είναι πολύ κακοβαλμένα στο δωμάτιο, πρέπει να τα αλλάξεις. 2. για κπ. που δεν είναι προσεκτικά και κομψά ντυμένος.

[κακο- + βαλμένος μππ. του βάζω]

κακοβλέπω [kakovlépo] Ρ πρτ. κακόβλεπα και κακοέβλεπα, αόρ. κακόειδα και κακοείδα και (σπάν., λαϊκότρ.) κακόδα, απαρέμφ. κακοδεί : αντιμετωπίζω κπ. μάλλον εχθρικά ή κτ. με δυσαρέσκεια· ΣYN ΦΡ βλέπω κπ. ή κτ. με κακό μάτι. ANT καλοβλέπω.

[κακο- + βλέπω]

κακόβολος -η -ο [kakóvolos] Ε5 : 1. που δεν είναι βολικός· άβολος. 2. (για πρόσ.) που είναι δύστροπος: ~ άνθρωπος.

[κακο- + βολ(ή) 2 -ος]

κακοβουλία η [kakovulía] Ο25 : η ιδιότητα του κακόβουλου.

[λόγ. < ελνστ. κακοβουλία]

κακόβουλος -η -ο [kakóvulos] Ε5 : που αποβλέπει στην ηθική ή υλική βλάβη κάποιου: Kακόβουλες ενέργειες / διαδόσεις. Kακόβουλα σχόλια. || (ως ουσ.) ο κακόβουλος, κακόβουλος άνθρωπος: Aυτά τα διαδίδουν κάποιοι κακόβουλοι. κακόβουλα ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. κακόβουλος]

κακόβραστος -η -ο [kakóvrastos] Ε5 : για τρόφιμο που δε βράζει εύκολα.

[κακο- + βρασ- (βράζω) -τος]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...14   Next >
Go to page:Go